ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ 

 

 

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ 

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ 

Δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων 

 

Άρθρο 1 

 
Στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν:  
α) Οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι 

υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόμος έχει υπαγάγει σ' αυτά, γ) οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου 
που ο νόμος έχει υπαγάγει σ' αυτά. 

 

Σχόλια: -H πρώην  περ.  δ)  καταργήθηκε  από  το  περιεχόμενο  του  άρθρου 31 του  Ν. 1406/1983 (ΦΕΚ  Α 182). -

Σύμφωνα με το άρθρο πρώτο του ν. 2990/2002 ΦΕΚ Α 30/20.1.2002, με το οποίο κυρώθηκε η ΠΝΠ της 21.12.2001 
ΦΕΚ Α 288 "1. Ο προσδιορισμός της αποζημίωσης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου υπάγεται λόγω της 
συναφείας  του  με  τη  διαδικασία  της  αναγνώρισης  δικαιούχων  στη  δικαιοδοσία  των  ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ  ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ, 
σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο 
πρώτο του Ν. 2882/2001(ΦΕΚ 17 Α'), όπως αυτός ισχύει κάθε φορά." -Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 51 του ν. 
2172/1993 

ΦΕΚ Α 207 καθορίζονται οι ναυτικές διαφορές που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ 

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ. Επίσης με τις διατάξεις των παρ. 1, 2, 4, 5, 6, 7, 8 του ίδιου άρθρου συστήθηκαν στο Πρωτοδικείο και 
Εφετείο Πειραιά ειδικά τμήματα Ναυτικών Διαφορών για την εκδίκαση των οριζομένων στη παρ. 3 ναυτικών διαφορών 
του Νομού Αττικής. 

 

Άρθρο 2 

Τα  πολιτικά  δικαστήρια  απαγορεύεται  να  επεμβαίνουν  σε  διοικητικές  διαφορές  ή  υποθέσεις  που 

υπάγονται  σε  διοικητικά  δικαστήρια  ή  αρχές,  όπως  επίσης  απαγορεύεται  τα  διοικητικά  δικαστήρια  ή 
αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις του ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνο η εξέταση 
των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. 

 

Άρθρο 3 

1. 

Στη  δικαιοδοσία  των  πολιτικών  δικαστηρίων  υπάγονται  Έλληνες  και  αλλοδαποί,  εφόσον  υπάρχει 

αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου.  

2. 

Εξαιρούνται  από  τη  δικαιοδοσία  των  ελληνικών  δικαστηρίων  οι  αλλοδαποί  που  έχουν  ετεροδικία, 

εκτός αν πρόκειται για τις διαφορές που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 29. 

 

Σχόλια: -"Για  τη  διεθνή  δικαιοδοσία,  την  αναγνώριση  και  την  εκτέλεση  αποφάσεων  σε  αστικές  και  εμπορικές 

υποθέσεις ", ισχύει  από 1.3.2001 ο  Κανονισμός  ΕΚ 44/2001 του  Συμβουλίου  της  Ευρωπαϊκής  Ένωσης 
(L12/16.1.2001) 

και  τα  διορθωτικά  του L 307/24.11.2001 L 225/22.8.2002, ο  οποίος  αφορά  στη  διεθνή  δικαιοδοσία 

μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε. 

 

Άρθρο 4 

Τα δικαστήρια ερευνούν την έλλειψη δικαιοδοσίας και αυτεπαγγέλτως στις περιπτώσεις των άρθρων 1 

και 2˙ στις  περιπτώσεις του άρθρου 3 την ερευνούν αυτεπαγγέλτως, αν ο εναγόμενος  δεν παρίσταται 
στην "συζήτηση" ή αν πρόκειται για διαφορές που αφορούν ακίνητα που βρίσκονται στο εξωτερικό. Το 
δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ή την αίτηση, αν δεν έχει δικαιοδοσία. 

 

Σχόλια: - Η  λέξη  "συζήτηση"  αντικατέστησε  την  "πρώτη  συζήτηση",  σύμφωνα  με  το  άρθρο 1 παρ. 1 του  ν. 

2915/2001 

και σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθ. 15 του Ν. 2943/2001 (Α' 203/12.9.2001), ο χρόνος ισχύος των 

διατάξεων του κεφαλαίου Α' του ν. 2915/2001, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 1 αυτού, μετατίθεται στην 1η 
Ιανουαρίου 2002. 

 

Άρθρο 5 

1. 

Αν είναι ανάγκη να γίνουν διαδικαστικές πράξεις στο εξωτερικό, τα δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα 

να ζητήσουν να γίνουν είτε από  τις ελληνικές προξενικές αρχές του εξωτερικού, είτε από τις αρμόδιες 
αλλοδαπές  αρχές.  Στην  τελευταία  περίπτωση  μεσολαβεί  για  τη  διαβίβαση  της  αίτησης  το  Υπουργείο 
Δικαιοσύνης, εκτός αν διεθνείς συμβάσεις ορίζουν διαφορετικά.  

2. 

Η  πράξη  της  αλλοδαπής  αρχής  είναι  έγκυρη,  αν  έγινε  σύμφωνα  με  τις  διατάξεις  του  δικού  της 

δικαίου ή είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου. 

 

Άρθρο 6 

1. 

Τα  ελληνικά  δικαστήρια  οφείλουν  να  ενεργούν  ορισμένες  διαδικαστικές  πράξεις  της  δικαιοδοσίας 

τους που τους ζητούν αλλοδαπές αρχές, εκτός αν διεθνείς συμβάσεις ορίζουν διαφορετικά ή η εκτέλεσή 
τους είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη.  

2. 

Τα  ελληνικά  δικαστήρια,  όταν  εκτελούν  τις  αιτήσεις  αυτές,  ενεργούν  και  αυτεπαγγέλτως, 

εφαρμόζοντας τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, εκτός αν διεθνείς συμβάσεις ορίζουν διαφορετικά. 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ 

Προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου της δίκης 

 

Άρθρο 7 

Όταν η αρμοδιότητα των δικαστηρίων ή η διαδικασία ή το παραδεκτό ένδικου μέσου καθορίζεται από 

την αξία του αντικειμένου της διαφοράς, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις. 

 

Άρθρο 8 

Ο  προσδιορισμός  της  αξίας  του  αντικειμένου  της  διαφοράς  ανήκει  στην  ελεύθερη  κρίση  του 

δικαστηρίου το οποίο, αν χρειάζεται, μπορεί να διατάξει απόδειξη. 

 

Άρθρο 9 

Για  την  εκτίμηση  του  αντικειμένου  της  διαφοράς  λαμβάνεται  υπόψη  το  αίτημα  της  αγωγής.  Δεν 

συνυπολογίζονται  οι  παρεπόμενες  αιτήσεις  για  καρπούς,  τόκους  και  έξοδα.  Συνυπολογίζονται 
περισσότερες  απαιτήσεις  που  επιδιώκονται  με  την  ίδια  αγωγή.  Σε  περίπτωση  ομοδικίας,  αν  πρόκειται 
για  διαιρετά  δικαιώματα,  λαμβάνεται  υπόψη  το  αίτημα  κάθε  ενάγοντος  ή  το  αιτούμενο  από  κάθε 
εναγόμενο, και αν οι απαιτήσεις υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα διάφορων δικαστηρίων, αρμόδιο 
είναι το ανώτερο από αυτά. 

 

Άρθρο 10 

Για τον υπολογισμό της αξίας λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που ασκείται η αγωγή. 
 

Άρθρο 11 

Η αξία του αντικειμένου της διαφοράς προσδιορίζεται: 
1) 

για τη νομή και την κυριότητα, από την αξία του πράγματος και για την ψιλή κυριότητα από το μισό 

της αξίας του πράγματος,  

2) 

για  το  ενέχυρο,  την  υποθήκη,  την  εγγύηση  και  κάθε  άλλη  ασφάλεια,  από  την  αξία  που  έχει  η 

ασφαλιζόμενη απαίτηση, αν όμως το πράγμα που δόθηκε για ασφάλεια έχει μικρότερη αξία, λαμβάνεται 
υπόψη αυτή,  

3) 

για την πραγματική δουλεία, από την αξία που έχει η δουλεία για το δεσπόζον κτήμα, εκτός αν το 

ποσό, κατά το οποίο η δουλεία ελαττώνει την αξία του δουλεύοντος κτήματος, είναι μεγαλύτερο, οπότε 
λαμβάνεται υπόψη αυτό,  

4) 

για την προσωπική δουλεία, από το μισό της αξίας του κτήματος,  

5) 

για τη διανομή, από την αξία του αντικειμένου που πρέπει να διανεμηθεί,  

6) 

για τις διαφορές που αφορούν την ύπαρξη, τη διάρκεια, την εκτέλεση ή την ακυρότητα μισθωτικής 

σύμβασης, από το μίσθωμα ενός έτους˙ αν όμως η διάρκεια της μίσθωσης είναι μικρότερη, λαμβάνεται 
υπόψη το ποσό του μισθώματος για το χρονικό αυτό διάστημα,  

7) 

για τις έννομες σχέσεις, από τις  οποίες  πηγάζουν  περιοδικές παροχές, από την αξία της ετήσιας 

παροχής, και ειδικότερα από το δεκαπλάσιο της ετήσιας παροχής, αν η επέλευση του γεγονότος από το 
οποίο  εξαρτάται  η  παύση  της  παροχής  είναι  βέβαιη,  αβέβαιος  όμως  ο  χρόνος  της,  και  αν  οι  παροχές 
διαρκούν  απεριόριστα,  από  το  εικοσαπλάσιο  της  ετήσιας  παροχής.  Αν  οι  παροχές  έχουν  ορισμένη 
διάρκεια,  λαμβάνεται  υπόψη  το  σύνολο  των  μελλοντικών  παροχών,  αλλά  ποτέ  πάνω  από  το 
δεκαπλάσιο της ετήσιας παροχής. 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ 

Καθ' ύλην αρμοδιότητα 

 

Άρθρο 12 

1. 

Δύο μόνο βαθμοί δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων υπάρχουν, των οποίων την τήρηση το 

δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως.  

2. 

Αυτοτελής αίτηση δεν επιτρέπεται να υποβληθεί απευθείας σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν 

ο νόμος ορίζει διαφορετικά. 

 

Σχόλια:  -Με  το  άρθρο 51 Ν. 2172/1993 ιδρύθηκαν  τμήματα  ναυτικών  διαφορών  στο  Πρωτοδικείο  και  Εφετείο 

Πειραιά. -Με  το  ν. 2479/1997 άρθρο 3 παρ. 26 περ.  α " Στα  Πρωτοδικεία  Αθηνών,  Πειραιώς  και  Θεσσαλονίκης 
λειτουργεί  ειδικό  τμήμα  που  εκδικάζει  τις  υποθέσεις  πνευματικής  ιδιοκτησίας. " -Με  το  ν. 2447/1996 άρθρ. 48 " Η 
εκδίκαση όλων των υποθέσεων οικογενειακού δικαίου γίνεται υποχρεωτικά, σε όλα τα πολιτικά δικαστήρια της ουσίας, 
από ειδικό τμήμα τους, το οποίο έχει αποκλειστικά αυτή την αρμοδιότητα." -Με το ν. 2943/2001 άρθρ.6-11 "Για τους 
σκοπούς του άρθρου 91 του Κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 20ής Δεκεμβρίου 
1993 

για  το  κοινοτικό  σήμα  συνιστώνται  στα  πολιτικά  Πρωτοδικεία  και  Εφετεία  Αθηνών  και  Θεσσαλονίκης  ειδικά 

τμήματα, ως πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια κοινοτικών σημάτων, τα οποία ασκούν όλες τις αρμοδιότητες 
που ανατίθενται με τον Κανονισμό αυτόν στα δικαστήρια κοινοτικών σημάτων." 

 

Άρθρο 13 

Για  την  εκδίκαση  των  υποθέσεων  που  υπάγονται  στα  πολιτικά  δικαστήρια  είναι  αρμόδια  σε  πρώτο 

βαθμό τα ειρηνοδικεία, τα μονομελή πρωτοδικεία και τα πολυμελή πρωτοδικεία. 

 

Άρθρο 14 

1. 

Στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων υπάγονται:  

α) όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήματα και που η αξία του αντικειμένου τους 

δεν υπερβαίνει "τα δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ" "β) όλες οι διαφορές, κύριες ή παρεπόμενες, από 
σύμβαση μίσθωσης, καθώς και οι διαφορές του άρθρου 601 του Αστικού Κώδικα, εφόσον σε όλες τις 
περιπτώσεις  αυτές  το  συμφωνημένο  μηνιαίο  μίσθωμα  δεν  υπερβαίνει  "τα  τετρακόσια  πενήντα (450) 
ευρώ".  

2. 

Στην  αρμοδιότητα  των  μονομελών  πρωτοδικείων  υπάγονται  όλες  οι  διαφορές  που  μπορούν  να 

αποτιμηθούν  σε  χρήματα  και  που  η  αξία  του  αντικειμένου  τους  είναι  πάνω  από  "δώδεκα  χιλιάδες 
(12.000) 

ευρώ", δεν υπερβαίνει όμως τα "ογδόντα χιλιάδες (80.000) ευρώ". 

 

Σχόλια: - Η αρμοδιότητα λόγω ποσού των παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου αυξήθηκε με τις παρ. α) και β) της 

ΥΑ 125804/2003 (ΦΕΚ Β' 1072/1.8.2003). 

 

Άρθρο 15 

Στην  αρμοδιότητα  των  ειρηνοδικείων  υπάγονται  ανεξάρτητα  από  την  αξία  του  αντικειμένου  της 

διαφοράς:  

1) 

οι διαφορές από επίμορτη αγροληψία που αφορούν την παράδοση της χρήσης του μισθίου ή την 

απόδοσή της για οποιοδήποτε λόγο,  

2) 

οι διαφορές που αφορούν ζημίες σε δέντρα, κλήματα, καρπούς, σπαρτά, ρίζες και γενικά φυτά, που 

έγιναν με παράνομη βοσκή ζώων ή με οποιοδήποτε άλλον τρόπο,  

3) 

οι διαφορές που προκύπτουν από τις διατάξεις των άρθρων 1003 έως 1009, 1018 έως 1020 και 

1023 

έως 1031 του Αστικού Κώδικα, καθώς και εκείνες που αναφέρονται σε ζημίες που προκλήθηκαν 

από την παράβασή τους,  

4) 

οι  διαφορές  που  αφορούν  τον  καθορισμό  των  αποστάσεων  που  επιβάλλουν  οι  νόμοι  και  οι 

κανονισμοί ή οι επιτόπιες συνήθειες για το φύτεμα δέντρων ή φυτειών ή για την ανέγερση φραχτών ή για 
τη διάνοιξη τάφρων,  

5) 

οι  διαφορές  που  αφορούν  την  παρεμπόδιση  της  ελεύθερης  χρήσης  δρόμων  και  μονοπατιών, 

καθώς και τις ζημίες που προκαλούνται από την παρεμπόδιση αυτή,  

6) 

οι διαφορές που αφορούν τη χρήση του τρεχούμενου νερού ή την παρεμπόδιση της χρήσης του,  

7) 

οι διαφορές που προκύπτουν από τις διατάξεις των άρθρων 834 έως 839 του Αστικού Κώδικα,  

8) 

οι  διαφορές  που  αφορούν  απαιτήσεις  των  προσώπων  που  αναφέρονται  στα  άρθρα 834 και 839 

του  Αστικού  Κώδικα  ή  των  καθολικών  διαδόχων  τους,  εναντίον  των  πελατών  τους  ή  των  καθολικών 
διαδόχων τους,  

9) 

οι  διαφορές  από  σύμβαση  μεταφοράς  προσώπων  με  οποιοδήποτε  μέσο,  για  τις  απαιτήσεις  που 

έχουν από αυτήν οι μεταφορείς ή οι πράκτορες ή οι καθολικοί διάδοχοί τους,  

10) 

οι  διαφορές  που  αφορούν  τις  απαιτήσεις  των  σωματείων  και  των  συνεταιρισμών  εναντίον  των 

μελών τους ή των καθολικών διαδόχων τους, για την εισφορά που τους οφείλουν, καθώς και οι διαφορές 
που  αφορούν  τις  απαιτήσεις  που  έχουν  εναντίον  των  σωματείων  και  των  συνεταιρισμών  τα  μέλη  ή  οι 
καθολικοί διάδοχοί τους για χρηματική ή άλλη παροχή,  

11) 

οι διαφορές που αφορούν τις απαιτήσεις των δικηγόρων ή των καθολικών διαδόχων τους για τις 

αμοιβές  και  τα  έξοδά  τους,  εφόσον  πρόκειται  για  υπηρεσίες  τους  σε  δίκες  στο  ειρηνοδικείο  ή  στο 
πταισματοδικείο,  

12) 

οι διαφορές που αφορούν δικαιώματα ή αποζημιώσεις ή έξοδα των μαρτύρων που εξετάστηκαν 

σε  οποιοδήποτε  δικαστήριο  ή  σε  διαιτητές,  καθώς  και  εκείνες  που  αφορούν  τα  δικαιώματα  ή 

αποζημιώσεις  ή έξοδα των  διερμηνέων, των μεσεγγυούχων και των φυλάκων, με οποιοδήποτε  τρόπο 
και αν διορίστηκαν, και των καθολικών διαδόχων όλων αυτών,  

13) 

οι διαφορές που προκύπτουν από πώληση ζώων, εξαιτίας πραγματικών ελαττωμάτων ή έλλειψης 

συμφωνημένων ιδιοτήτων. 

 

Σχόλια: - Η περ. 14 καταργήθηκε από την παρ. 1 του άρθ. 8 του ν. 2145/1993 (ΦΕΚ Α 88/28.5.1993) 

 

Άρθρο 16 

Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται, ακόμη και αν η αξία του αντικειμένου της 

διαφοράς υπερβαίνει "τα ογδόντα χιλιάδες (80.000) ευρώ":  

1) 

οι  διαφορές  από  μίσθωση  πράγματος  ή  άλλου  προσοδοφόρου  αντικειμένου  ή  από  επίμορτη 

αγροληψία που δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων,  

2) 

οι διαφορές από παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία με αφορμή την 

εργασία αυτή, αν άμεσα στους εργαζομένους ή τους διαδόχους τους ή εκείνους στους οποίους ο νόμος 
δίνει  δικαιώματα  από  την  παροχή  της  εργασίας  των  πρώτων  και  στους  εργοδότες  ή  τους  διαδόχους 
τους,  

3) 

οι διαφορές από παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία, με αφορμή την 

εργασία αυτή, ανάμεσα σε εκείνους που εργάζονται από κοινού στον ίδιο εργοδότη,  

4) 

οι διαφορές ανάμεσα στους επαγγελματίες ή τους βιοτέχνες, είτε μεταξύ τους είτε με τους πελάτες 

τους, από την παροχή εργασίας ή ειδών που κατασκεύασαν αυτοί,  

5) 

οι  διαφορές  από  συλλογική  σύμβαση  εργασίας  ή  από  διατάξεις  που  εξομοιώνονται  με  διατάξεις 

συλλογικής σύμβασης, είτε ανάμεσα σ' αυτούς που δεσμεύονται από αυτές, είτε ανάμεσα σ' αυτούς και 
τρίτους,  

6) 

οι διαφορές ανάμεσα σε οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και στους ασφαλισμένους σ' αυτούς ή 

τους διαδόχους τους ή εκείνους που κατά το νόμο έχουν δικαιώματα από τη σχέση ασφάλισης,  

7) 

οι διαφορές που αφορούν τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα δικηγόρων, εκτός από εκείνες 

που  αναφέρονται  στο  άρθρο 15 αρ. 11, συμβολαιογράφων,  δικολάβων  που  έχουν  διοριστεί  νόμιμα, 
άμισθων  δικαστικών  επιμελητών,  γιατρών,  οδοντογιατρών,  διπλωματούχων  μαιών,  κτηνιάτρων, 
μηχανικών και χημικών διπλωματούχων ανώτατων και ανώτερων σχολών, μεσιτών που έχουν διοριστεί 
νόμιμα, ή των καθολικών διαδόχων όλων αυτών, όπως και αν χαρακτηρίζεται η σχέση από την οποία 
προκύπτουν και ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι συμφωνία για τον καθορισμό  της αμοιβής  ή για 
τον τρόπο της πληρωμής της,  

8) 

οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις διαιτητών, εκτελεστών διαθηκών, διαχειριστών σε ιδιοκτησία 

κατά ορόφους ή διαχειριστών που διορίστηκαν από δικαστική αρχή, εκκαθαριστών εταιριών ή νομικών 
προσώπων ή κληρονομιών ή των καθολικών διαδόχων όλων αυτών για τις αμοιβές και τα έξοδά τους, 
ανεξάρτητα  από  το  αν  υπάρχει  ή  όχι  συμφωνία  για  τον  καθορισμό  της  αμοιβής  ή  για  τον  τρόπο  της 
πληρωμής της,  

9) 

οι διαφορές που αφορούν το ποσοστό ή την πληρωμή του ασφαλίστρου,  

10) 

οι διαφορές που αφορούν τον καθορισμό, τη μείωση ή την αύξηση της συνεισφοράς του καθενός 

από  τους  συζύγους  για  τις  ανάγκες  της  οικογένειας,  της  διατροφής  που  οφείλεται  εξαιτίας  γάμου, 
διαζυγίου ή συγγένειας, των δαπανών τοκετού και της διατροφής της άγαμης μητέρας και της διατροφής 
της μητέρας από την κληρονομική μερίδα που είχε επαχθεί στο τέκνο που αυτή κυοφορεί,  

11) 

οι  διαφορές  που  αφορούν  τις  αμοιβές,  τις  αποζημιώσεις  και  τα  έξοδα  των  πραγματογνωμόνων, 

των διαιτητών πραγματογνωμόνων και των εκτιμητών, με οποιοδήποτε τρόπο και αν διορίστηκαν, ή των 
καθολικών διαδόχων τους,  

12) 

οι  διαφορές  που  αφορούν  απαιτήσεις  αποζημίωσης  οποιασδήποτε  μορφής  για  ζημίες  από 

αυτοκίνητο, ανάμεσα στους δικαιούχους ή τους διαδόχους τους και εκείνους που έχουν υποχρέωση για 
αποζημίωση  ή  τους  διαδόχους  τους,  όπως  και  οι  απαιτήσεις  από  σύμβαση  ασφάλισης  αυτοκινήτου, 
ανάμεσα στις ασφαλιστικές εταιρίες και τους ασφαλισμένους ή τους διαδόχους τους,  

"13) 

οι διαφορές από προσβολή της νομής ή κατοχής κινητών ή ακινήτων". 

 

Σχόλια: -Το ποσό των 5.000.000 δρχ. αυξήθηκε  σε 8.000.000 με  την ΥΑ 6914/ΦΕΚ Β 443/1997, στην οποία εκ 

παραδρομής δεν έχει αναφερθεί το παρόν άρθρο. -Το ποσό των 8.000.000 δρχ. αυξήθηκε σε 15.000.000 δρχ. με την 
ΥΑ 91756/20.9.2000/ΦΕΚ  Β 1150/2000, στην  οποία  εκ  παραδρομής  δεν  αναφέρεται  και  το  παρόν  άρθρο. -Η 
μετατροπή  των 15.000.000 δρχ.  σε  ευρώ  έγινε  με  τα  άρθρα 3 παρ. 1, 4 και 5 του  Ν. 2943/2001. -Η  λόγω  ποσού 
αρμοδιότητα του παρόντος άρθρου αυξήθηκε με την παρ. β) της ΥΑ 125804 (ΦΕΚ Β' 1072/1.8.2003). 

 

Άρθρο 17 

Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται πάντοτε:  
1) 

οι διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 681 Β, καθώς και εκείνες που αφορούν τη ρύθμιση της 

οικογενειακής στέγης και την κατανομή των κινητών μεταξύ των συζύγων σε περίπτωση διακοπής της 
συμβίωσης,  

2) 

οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας, 

καθώς  και  οι  διαφορές  ανάμεσα  στους  διαχειριστές  ιδιοκτησίας  κατ'  ορόφους  και  στους  ιδιοκτήτες 
ορόφων και διαμερισμάτων και  

3) 

οι  διαφορές  που  αφορούν  την  ακύρωση  αποφάσεων  της  γενικής  συνέλευσης  σωματείων  ή 

συνεταιρισμών. 

 

Σχόλια: - Το παρόν άρθρο τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθ. 8 του  Ν. 2145/1993 (ΦΕΚ Α 

88/28.5.1993). - 

Με το άρθρο 6 του Ν. 2735/1999 ΦΕΚ Α 167, ορίζεται η αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου 

στις διεθνείς εμπορικές διαιτησίες. - Το άρθρο 16 παρ. 2 του ν. 2947/2001 ΦΕΚ Α 228/9.10.2001 ορίζει ότι οι σχετικές 
αγωγές  που  αφορούν  στην  προστασία  των  ολυμπιακών  συμβόλων  και  σημάτων  εκδικάζονται  από  το  Μονομελές 
Πρωτοδικείο ανεξαρτήτως ποσού κατά τη διαδικασία του άρθρου 663 επ. ΚΠολΔ. 

 

Άρθρο 18 

Στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται:  
1) 

όλες οι διαφορές, για τις οποίες δεν είναι αρμόδια τα ειρηνοδικεία ή τα μονομελή πρωτοδικεία,  

2) 

οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους. 

 

Άρθρο 19 

Στην  αρμοδιότητα  των  εφετείων  υπάγονται  οι  εφέσεις  κατά  των  αποφάσεων  των  πολυμελών  και 

μονομελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους. 

 

Σχόλια: -Το άρθρο 6 του ν. 2735/1999 ΦΕΚ Α 167 ορίζει "2. Αρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής ακύρωσης που 

προβλέπεται  στο  άρθρο 34 παρ. 2 είναι  το  Εφετείο  στην  περιφέρεια  του  οποίου  εκδόθηκε  η  διαιτητική  απόφαση. 
Αίτηση  αναίρεσης  προσδιορίζεται  για  συζήτηση  μέσα  σε  τρεις (3) μήνες  από  την  επίσπευση  του  προσδιορισμού 
δικασίμου." -Ο  ν. 2479/1997 άρθρο 3 παρ. 26β  ορίζει:"β.  Τυχόν  εφέσεις  κατά  των  αποφάσεων  των  ανωτέρω 
πρωτοδικείων  εκδικάζονται  ενώπιον  του  Ειδικού  Τμήματος  του  Εφετείου  Αθηνών,  μέχρις  ότου  ειδικά  τμήματα 
συγκροτηθούν  και  στα  Εφετεία  Θεσσαλονίκης  και  Πειραιά." -Ο  ν. 2882/2001 άρθρο 20 (Κώδικας  Αναγκαστικών 
Απαλλοτριώσεων)ορίζει:"1. Αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικό την αποζημίωση είναι το εφετείο στην περιφέρεια του 
οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής." 

 

Άρθρο 20 

1. 

Στην  αρμοδιότητα  του  Αρείου  Πάγου  υπάγονται  οι  αναιρέσεις  κατά  αποφάσεων  οποιουδήποτε 

πολιτικού δικαστηρίου.  

2. 

Στην αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου ανήκουν επίσης, εφόσον δεν έχουν οριστεί άλλα δικαστήρια,  

α)  οι  αιτήσεις  για  παραπομπή,  σε  περίπτωση  εξαίρεσης  των  δικαστών  πολυμελούς  πολιτικού 

δικαστηρίου,  

β)  οι  αιτήσεις  για  καθορισμό  δικαστηρίου,  αν  δεν  υπάρχει  πια  το  δικαστήριο  που  είχε  εκδώσει  την 

απόφαση που προσβλήθηκε με ένδικο μέσο. 

 

Άρθρο 21 

Αρμόδιο  να  δικάσει  την  ανακοπή  ερημοδικίας  ή  την  αναψηλάφηση  είναι  το  δικαστήριο  που  έχει 

εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ 

Κατά τόπον αρμοδιότητα 

 

Άρθρο 22 

Κατά  τόπον  αρμόδιο  είναι  το  δικαστήριο,  στην  περιφέρεια  του  οποίου,  έχει  την  κατοικία  του  ο 

εναγόμενος, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. 

 

Άρθρο 23 

1. 

Αν ο εναγόμενος δεν έχει κατοικία ούτε στην Ελλάδα ούτε στο εξωτερικό, αρμόδιο δικαστήριο είναι 

εκείνο στην περιφέρεια του  οποίου έχει τη διαμονή του. Αν ο τόπος όπου διαμένει δεν  είναι γνωστός, 
αρμόδιο είναι το δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου είχε την τελευταία κατοικία του στην Ελλάδα 
και αν δεν είχε κατοικία, την τελευταία διαμονή του.  

2. 

Αν ο εναγόμενος έχει ειδική κατοικία, είναι αρμόδιο και το δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου 

βρίσκεται αυτή. 

 

Άρθρο 24 

Έλληνες που έχουν προνόμιο ετεροδικίας, καθώς και οι κρατικοί υπάλληλοι που είναι διορισμένοι στο 

εξωτερικό, υπάγονται στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου κατοικούσαν πριν 
από  την  αποστολή  τους,  και  αν  πριν  από  την  αποστολή  τους  δεν  είχαν  κατοικία,  στα  δικαστήρια  της 
πρωτεύουσας του κράτους. Το ίδιο ισχύει για τη σύζυγο και τα τέκνα τους. 

 

Άρθρο 25 

1. 

Το δημόσιο υπάγεται στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου είναι η έδρα 

της αρχής η οποία, σύμφωνα με το νόμο, το εκπροσωπεί στις δίκες που έχει κάθε φορά.  

2. 

Τα  μη  φυσικά  πρόσωπα  που  έχουν  ικανότητα  να  είναι  διάδικοι  υπάγονται  στην  αρμοδιότητα  του 

δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου έχουν την έδρα τους. 

 

Άρθρο 26 

Δικηγόροι  και  συμβολαιογράφοι  υπάγονται  στην  αρμοδιότητα  του  δικαστηρίου,  στην  περιφέρεια  του 

οποίου ασκούν τα καθήκοντά τους. 

 

Άρθρο 27 

1. 

Διαφορές από την εταιρική σχέση ανάμεσα σε μια εταιρία και τους εταίρους της ή ανάμεσα στους 

εταίρους μεταξύ τους υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του 
οποίου η εταιρία έχει την έδρα της.  

2. 

Στην  αρμοδιότητα  του  δικαστηρίου  που  ορίζει  η  παρ. 1 υπάγονται  και  οι  διαφορές  που 

δημιουργούνται μετά τη διάλυση και την εκκαθάριση της εταιρίας και αφορούν τη διανομή της εταιρικής 
περιουσίας, εφόσον η αγωγή ασκηθεί μέσα σε δύο χρόνια από την περάτωση της διανομής. 

 

Άρθρο 28 

Διαφορές που αφορούν τη διαχείριση, η οποία διεξάγεται ύστερα από εντολή δικαστηρίου, υπάγονται 

στην  αποκλειστική  αρμοδιότητα  του  δικαστηρίου  που  έδωσε  την  εντολή  και  αν  την  εντολή  την  έδωσε 
άλλη δικαστική αρχή, στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα της 
η αρχή αυτή. 

 

Άρθρο 29 

1. 

Διαφορές  που  αφορούν  εμπράγματα  δικαιώματα  επάνω  σε  ακίνητα,  τη  νομή  ή  την  κατοχή  τους, 

διαίρεση  κοινού,  κανονισμό  ορίων,  απαιτήσεις  κατά  οποιουδήποτε  διακατόχου,  αποζημίωση  για 
αναγκαστική απαλλοτρίωση, καθώς και διαφορές από μίσθωση ακινήτου ή δικαιώματος που συνδέεται 
με  την  εκμετάλλευσή  του  ή  από  επίμορτη  αγροληψία,  υπάγονται  στην  αποκλειστική  αρμοδιότητα  του 
δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο.  

2. 

Αν  το  ακίνητο  βρίσκεται  στις  περιφέρειες  περισσότερων  δικαστηρίων,  ο  ενάγων  έχει  το  δικαίωμα 

επιλογής. 

 

Άρθρο 30 

1. 

Διαφορές  που  αφορούν  την  αναγνώριση  κληρονομικού  δικαιώματος  ή  διανομή  κληρονομίας, 

απαιτήσεις  του  κληρονόμου  εναντίον  του  νομέα  ή  του  κατόχου  της  κληρονομίας,  απαιτήσεις  από 
κληροδοτήματα  ή  απαιτήσεις  από  άλλες  διατάξεις  αιτία  θανάτου  ή  απαιτήσεις  από  νόμιμη  μοίρα  ή 
απαιτήσεις  εναντίον  εκτελεστών  διαθήκης  για  την  εκτέλεση  των  διατάξεών  της,  υπάγονται  στην 
αποκλειστική  αρμοδιότητα  του  δικαστηρίου,  στην  περιφέρεια  του  οποίου  ο  κληρονομούμενος,  όταν 
πέθανε, είχε την κατοικία του και, αν δεν είχε κατοικία, τη διαμονή του.  

2. 

Απαιτήσεις  μεταξύ των κληρονόμων έως τη διανομή της κληρονομίας, απαιτήσεις τρίτων εξαιτίας 

χρεών του κληρονομουμένου ή της κληρονομίας, καθώς και εμπράγματες απαιτήσεις για κινητά που δεν 
περιλαμβάνονται  στην  παρ. 1 υπάγονται,  για  δύο  χρόνια  από  το  θάνατο  του  κληρονομουμένου,  στην 
αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου είχε αυτός την κατοικία του, και, 
αν δεν είχε κατοικία, τη διαμονή του. 

 

Άρθρο 31 

1. 

Δίκες που έχουν μεταξύ τους σχέση κυρίου και παρεπομένου, ιδίως οι παρεμπίπτουσες αγωγές, οι 

αγωγές για εγγύηση, οι παρεμβάσεις, και άλλες όμοιες υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του 
δικαστηρίου της κύριας δίκης.  

2. 

Στην  αρμοδιότητα  του  πολυμελούς  πρωτοδικείου  που  δικάζει  την  κύρια  δίκη  υπάγονται  οι 

παρεπόμενες υποθέσεις της αρμοδιότητας του μονομελούς και του ειρηνοδικείου, και στην αρμοδιότητα 
του  μονομελούς  πρωτοδικείου  που  δικάζει  την  κύρια  δίκη  υπάγονται  οι  παρεπόμενες  υποθέσεις  της 
αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου.  

3. 

Αν  πρόκειται  για  κύριες  δίκες  που  είναι  συναφείς  μεταξύ  τους,  έχει  αποκλειστική  αρμοδιότητα  το 

δικαστήριο που είχε επιληφθεί πρώτο, και εφαρμόζεται ανάλογα η διάταξη της παραγράφου 2. 

 

Άρθρο 32 

Δημόσιοι  υπάλληλοι  υπάγονται  και  στην  αρμοδιότητα  του  δικαστηρίου,  στην  περιφέρεια  του  οποίου 

ασκούν  τα  καθήκοντά  τους˙  οι  στρατιωτικοί  υπάγονται  και  στην  αρμοδιότητα  του  δικαστηρίου,  στην 
περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η μονάδα, το κατάστημα ή η υπηρεσία όπου υπηρετούν. 

 

Άρθρο 33 

Διαφορές  που  αφορούν  την  ύπαρξη  ή  το  κύρος  δικαιοπραξίας  εν  ζωή,  και  όλα  τα  δικαιώματα  που 

πηγάζουν από αυτήν, μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται 
ο  τόπος  όπου  καταρτίστηκε  η  δικαιοπραξία  ή  όπου  πρέπει  να  εκπληρωθεί  η  παροχή.  Στο  ίδιο 
δικαστήριο μπορούν να εισαχθούν και οι διαφορές για αρνητικό  διαφέρον, καθώς και για αποζημίωση 
εξαιτίας πταίσματος κατά τις διαπραγματεύσεις. 

 

Άρθρο 34 

Οι ανταγωγές μπορούν να εισαχθούν στο δικαστήριο όπου εκκρεμεί η αγωγή, εφόσον υπάγονται στην 

καθ' ύλην αρμοδιότητα του ίδιου ή κατώτερου δικαστηρίου. 

 

Άρθρο 35 

Διαφορές  από  αξιόποινη  πράξη  μπορούν  να  εισαχθούν  και  στο  δικαστήριο,  στην  περιφέρεια  του 

οποίου έχει τελεστεί η αξιόποινη πράξη, ακόμη και αν η απαίτηση στρέφεται εναντίον προσώπου που 
δεν έχει ποινική ευθύνη. 

 

Άρθρο 36 

Διαφορές από διαχείριση που έγινε χωρίς δικαστική εντολή μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο 

στην περιφέρεια του οποίου έγινε η διαχείριση. 

 

Άρθρο 37 

1. 

Όταν ενάγονται περισσότερα πρόσωπα που συνδέονται με το δεσμό της ομοδικίας, αρμόδιο είναι 

το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του, και αν δεν έχει κατοικία, τη διαμονή του, 
οποιοσδήποτε από τους ομοδίκους.  

2. 

Διαφορές  ανάμεσα  στα  ίδια  πρόσωπα,  οι  οποίες  έχουν  την  ίδια  βάση  και  αφορούν  εμπράγματα 

δικαιώματα επάνω σε ακίνητα που βρίσκονται στις περιφέρειες διαφορετικών δικαστηρίων, μπορούν να 
εισαχθούν σε ένα από τα δικαστήρια αυτά. 

 

Άρθρο 38 

Απαιτήσεις  εναντίον  προσώπων  που  έχουν  ικανότητα  δικαστικής  παράστασης  και,  εξαιτίας  ειδικών 

συνθηκών, έχουν σε ορισμένο τόπο διαμονή με μακρότερη διάρκεια, όπως είναι ιδίως οι υπάλληλοι, οι 
υπηρέτες,  οι  σπουδαστές,  οι  μαθητές,  εφόσον  το  αντικείμενό  τους  είναι  περιουσιακό,  μπορούν  να 
εισαχθούν και στο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος διαμονής τους. 

 

Άρθρο 39 

Γαμικές διαφορές μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο 

τόπος της τελευταίας κοινής διαμονής των συζύγων. 

 

Άρθρο 40 

1. 

Δίκες εναντίον προσώπων που δεν έχουν κατοικία στην Ελλάδα, εφόσον το αντικείμενό τους είναι 

περιουσιακό,  μπορούν  να  εισαχθούν  και  στο  δικαστήριο,  στην  περιφέρεια  του  οποίου  υπάρχει 
περιουσία του εναγομένου ή βρίσκεται το επίδικο αντικείμενο.  

2. 

Αν  η  περιουσία  συνίσταται  σε  χρηματικές  απαιτήσεις  του  εναγομένου  εναντίον  τρίτου,  θεωρείται 

πως η περιουσία βρίσκεται στον τόπο της κατοικίας του τρίτου. 

 

Άρθρο 40 Α 

Διαφορές  που  αφορούν  απαιτήσεις  αποζημίωσης  οποιασδήποτε  μορφής  για  ζημιές  που  έχουν 

προκληθεί  από  αυτοκίνητα,  μπορούν  να  εισαχθούν  και  στο  δικαστήριο  στην  περιφέρεια  του  οποίου 
προκλήθηκε η ζημία. 

 

Σχόλια: - Το  παρόν  άρθρο  προστέθηκε  από  το  άρθρο 26 του  Ν. 2721/1999 (Α' 112/3.6.1999) και  ισχύει  από 

3.6.1999. 

 

Άρθρο 41 

Ανάμεσα σε περισσότερα αρμόδια δικαστήρια, ο ενάγων έχει το δικαίωμα επιλογής˙ η προτεραιότητα 

μεταξύ τους κανονίζεται από το χρόνο που ασκήθηκε η αγωγή. 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ 

Παρέκταση της αρμοδιότητας 

 

Άρθρο 42 

1. 

Πρωτοβάθμιο  τακτικό  δικαστήριο  που  δεν  είναι  κατά  τόπον  αρμόδιο  μπορεί,  με  ρητή  ή  σιωπηρή 

συμφωνία των διαδίκων, να γίνει αρμόδιο, εκτός αν πρόκειται για διαφορές που δεν έχουν περιουσιακό 
αντικείμενο.  Η  συμφωνία  πρέπει  να  είναι  ρητή,  όταν  πρόκειται  για  διαφορές  για  τις  οποίες  ισχύει 
αποκλειστική αρμοδιότητα.  

2. 

Θεωρείται  πως  υπάρχει  σιωπηρή  συμφωνία,  αν  ο  εναγόμενος  παρίσταται  στο  ακροατήριο  στην 

"

συζήτηση"** και δεν προτείνει έγκαιρα την ένσταση αναρμοδιότητας. 

 

Σχόλια: ** Η λέξη "συζήτηση" αντικατέστησε τις λέξεις "πρώτη συζήτηση", με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2915/2001 

και ισχύει από 1.1.2002. 

 

Άρθρο 43 

Η συμφωνία των διαδίκων, με την οποία τακτικό δικαστήριο γίνεται αρμόδιο για μελλοντικές διαφορές 

είναι  έγκυρη  μόνο  αν  είναι  έγγραφη  και  αναφέρεται  σε  ορισμένη  έννομη  σχέση,  από  την  οποία  θα 
προέλθουν οι διαφορές. 

 

 

Άρθρο 44 

Οι συμφωνίες κατά τα άρθρα 42 και 43 δημιουργούν αποκλειστική αρμοδιότητα, εκτός αν από την ίδια 

τη συμφωνία προκύπτει το αντίθετο. 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ 

Έρευνα της αρμοδιότητας 

 

Άρθρο 45 

Το  δικαστήριο  που  ήταν  καθ'  ύλην  και  κατά  τόπον  αρμόδιο  όταν  ασκήθηκε  η  αγωγή,  είναι  αρμόδιο 

έως την περάτωση της δίκης, ακόμη και αν, στη διάρκειά της, μεταβληθούν τα πραγματικά περιστατικά 
που καθορίζουν την αρμοδιότητα. 

 

Άρθρο 46 

Αν το δικαστήριο δεν είναι καθ' ύλην ή κατά τόπον αρμόδιο, αποφαίνεται γι' αυτό αυτεπαγγέλτως και 

προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση. Η παραπεμπτική απόφαση, 
όταν  τελεσιδικήσει,  είναι  υποχρεωτική,  τόσο  για  την  αναρμοδιότητα  του  δικαστηρίου  που  παρέπεμψε, 
όσο και για την αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο γίνεται η παραπομπή. Οι συνέπειες που έχει η 
άσκηση της αγωγής διατηρούνται. 

 

Σχόλια: - Συναφές με το παρόν άρθρο είναι και το άρθρο 8 του Ν. 2943/2001 (Α 203/12.9.2001), περί τμημάτων 

κοινοτικών σημάτων. 

 

Άρθρο 47 

Απόφαση πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι 

η  υπόθεση  ανήκει  στην  αρμοδιότητα  του  ειρηνοδικείου.  Το  ίδιο  εφαρμόζεται  αναλόγως  και  για  τις 
αποφάσεις του πολυμελούς πρωτοδικείου σχετικά με τις υποθέσεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα του 
μονομελούς. 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ 

Παραπομπή από δικαστήριο σε δικαστήριο 

 

Άρθρο 48 

Παραπομπή από ένα δικαστήριο σε άλλο, ισόβαθμο κι ομοειδές γίνεται με αίτηση: 
1) 

αν  ολόκληρο  δικαστήριο  ή  τόσοι  δικαστές  εξαιρεθούν,  ώστε  οι  υπόλοιποι  να  μην  αρκούν  για  τη 

νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου,  

2) 

αν, εξαιτίας ασθένειας ή από οποιοδήποτε άλλο λόγο, δεν υπάρχει ο αριθμός των δικαστών που 

απαιτείται από το νόμο για τη συγκρότηση του δικαστηρίου,  

3) 

αν από τη συζήτηση της υπόθεσης σε ορισμένο τόπο προκύπτει κίνδυνος για την κοινή ασφάλεια. 

 

Άρθρο 49 

Την  παραπομπή  έχει  δικαίωμα  να  ζητήσει  οποιοσδήποτε  διάδικος  στις  περιπτώσεις 1 και 2 του 

άρθρου 48 και μόνο ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στην περίπτωση 3 του ίδιου άρθρου. 

 

Άρθρο 50 

Για την παραπομπή, στις περιπτώσεις 1 και 2 του άρθρου 48, έχει αρμοδιότητα:  
1) 

το πολυμελές πρωτοδικείο, αν πρόκειται για παραπομπή από ειρηνοδικείο σε ειρηνοδικείο,  

2) 

το εφετείο, αν πρόκειται για παραπομπή από μονομελές ή πολυμελές πρωτοδικείο σε μονομελές ή 

πολυμελές πρωτοδικείο,  

3) 

ο Άρειος Πάγος, σε κάθε άλλη περίπτωση. Για την παραπομπή στην περίπτωση 3 του άρθρου 48, 

έχει αρμοδιότητα πάντοτε ο Άρειος Πάγος. 

 

Άρθρο 51 

Η  αίτηση  για  παραπομπή  γίνεται  με  έγγραφο  που  κατατίθεται  στη  γραμματεία  του  αρμόδιου 

δικαστηρίου  και  δικάζεται  κατά  τη  διαδικασία  που  τηρείται  στο  δικαστήριο  αυτό,  χωρίς  να  χρειάζεται 
παραπομπή της υπόθεσης σε εισηγητή. Για την παραδοχή της αίτησης αρκεί πιθανολόγηση των λόγων 
για τους οποίους ζητείται η παραπομπή. 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ 

Εξαίρεση δικαστών και υπαλλήλων της γραμματείας 

 

Άρθρο 52 

1. 

Δικαστές,  εισαγγελείς  και  υπάλληλοι  της  γραμματείας,  με  οποιαδήποτε  ιδιότητα  και  αν  ενεργούν, 

μπορούν να προτείνουν την εξαίρεσή τους ή να εξαιρεθούν από οποιοδήποτε διάδικο:  

α) αν είναι διάδικοι ή συνδέονται με έναν από τους διαδίκους ως συνδικαιούχοι, συνυπόχρεοι ή είναι 

υπόχρεοι σε αποζημίωση ή έχουν άμεσο ή έμμεσο συμφέρον στη δίκη,  

β) αν συνδέονται με κάποιο διάδικο σε ευθεία γραμμή, με συγγένεια εξ αίματος ή εξ αγχιστείας ή με 

υιοθεσία,  αν  είναι  συγγενείς  σε  πλάγια  γραμμή  με  συγγένεια  εξ  αίματος  έως  τον  τέταρτο  βαθμό  ή  με 
συγγένεια εξ αγχιστείας έως το δεύτερο βαθμό, αν είναι ή υπήρξαν σύζυγοι ή μνηστήρες, ενός από τους 
διαδίκους,  

γ) αν είναι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή ή συνδέονται με υιοθεσία, ή είναι 

συγγενείς  εξ  αίματος  ή  εξ  αγχιστείας  σε  πλάγια  γραμμή  έως  το  δεύτερο  βαθμό  προσώπου,  το  οποίο 
παίρνει μισθό ή άλλη χορηγία με χρηματική αξία είτε για τις υπηρεσίες που παρέχει είτε για οποιοδήποτε 
άλλο λόγο από φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οποιασδήποτε μορφής εταιρία που έχουν άμεσο ή έμμεσο 
ιδιωτικό συμφέρον στην έκβαση της δίκης,  

δ)  αν  στην  ίδια  υπόθεση  εξετάστηκαν  ως  μάρτυρες  ή  παραστάθηκαν  ως  δικηγόροι  ή  γενικά  ως 

πληρεξούσιοι ή παραστάθηκαν ή μπορούν να παραστούν ως νόμιμοι αντιπρόσωποι κάποιου από τους 
διαδίκους,  

ε)  αν  διεξήγαγαν  την  υπόθεση,  από  την  οποία  προήλθε  η  διαφορά  ή  έχουν  ενεργήσει  στη  δίκη  ως 

πραγματογνώμονες  ή  σύμβουλοι  ή  διαιτητές  ή  έχουν  συντάξει  το  έγγραφο  που  προσβάλλεται  ή  είχαν 
μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου του οποίου η απόφαση έχει προσβληθεί με έφεση ή αναίρεση,  

στ)  αν  έχουν  προκαλέσει  ή  προκαλούν  υπόνοια  μεροληψίας,  ιδίως  αν  έχουν  με  κάποιο  διάδικο 

ιδιαίτερη φιλία, ιδιαίτερες σχέσεις καθηκόντων ή εξάρτησης, έριδα ή έχθρα.  

2. 

Οι εισαγγελείς δεν εξαιρούνται, όταν ενεργούν ως διάδικοι. 

 

Άρθρο 53 

1. 

Είναι απαράδεκτη η αίτηση για την εξαίρεση ολόκληρου του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου ή όλων 

των μελών της εισαγγελίας του ή τόσων αρεοπαγιτών, ώστε με τον αριθμό που απομένει να μην είναι 
δυνατή η νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου αυτού.  

2. 

Οι διατάξεις της παρ. 1 εφαρμόζονται και όταν η αίτηση για την εξαίρεση αφορά όλα τα εφετεία, τα 

πρωτοδικεία ή τα ειρηνοδικεία του κράτους. 

 

Άρθρο 54 

Αρμόδιο να αποφανθεί για την εξαίρεση είναι το δικαστήριο στο  οποίο  υπηρετεί ο εξαιρούμενος. Σε 

περίπτωση  εξαίρεσης  δικαστή  μονομελούς  πρωτοδικείου  ή  ειρηνοδικείου,  είναι  αρμόδιο  το  πολυμελές 
πρωτοδικείο  στην  περιφέρεια  του  οποίου  υπάγονται  τα  δικαστήρια  αυτά.  Σε  περίπτωση  εξαίρεσης 
υπαλλήλου  γραμματείας,  είναι  αρμόδιος  ο  προϊστάμενος  του  δικαστηρίου  στο  οποίο  υπηρετεί  ο 
εξαιρούμενος. 

 

Άρθρο 55 

1. 

Δικαστές πολυμελών δικαστηρίων και εισαγγελείς, αν υπάρχει λόγος εξαίρεσής τους, οφείλουν να 

το δηλώσουν στον πρόεδρο του δικαστηρίου.  

2. 

Υπάλληλοι  της  γραμματείας  των  πολυμελών  δικαστηρίων,  αν  υπάρχει  λόγος  εξαίρεσής  τους, 

οφείλουν να το δηλώσουν στον προϊστάμενο της γραμματείας.  

3. 

Δικαστές μονομελών πρωτοδικείων και ειρηνοδίκες, καθώς και υπάλληλοι της γραμματείας τους, αν 

υπάρχει λόγος εξαίρεσής τους, οφείλουν να το δηλώσουν στον πρόεδρο του πολυμελούς πρωτοδικείου 
και να απόσχουν από τα καθήκοντά τους εωσότου αυτό αποφασίσει.  

4. 

Το  δικαστήριο  αποφασίζει  χωρίς  τη  συμμετοχή  εκείνου  που  υπέβαλε  τη  δήλωση  και  χωρίς 

συζήτηση στο ακροατήριο. 

 

Άρθρο 56 

Το  αρμόδιο  δικαστήριο  έχει  εξουσία  να  αποφασίσει  για  την  εξαίρεση  των  προσώπων  που 

αναφέρονται στο άρθρο 52 και αυτεπαγγέλτως, ύστερα από πρόταση του προέδρου ή του εισαγγελέα, 
έχοντας τη δυνατότητα να ακούσει και τον εξαιρούμενο. 

 

Άρθρο 57 

Η  εξαίρεση  προτείνεται  από  το  διάδικο  πέντε  ημέρες  πριν  από  τη  συζήτηση  στο  ακροατήριο,  ενώ 

αργότερα εωσότου περατωθεί η συζήτηση στο ακροατήριο, μόνο αν πιθανολογείται ότι η περίπτωση ή 
οι  λόγοι  της  εξαίρεσης  προέκυψαν  ή  έγιναν  γνωστοί  στο  διάδικο  μετά  την  πάροδο  της  πενθήμερης 
προθεσμίας.  Στην  τελευταία  περίπτωση,  αν  η  εξαίρεση  γίνει  δεκτή,  μπορούν,  ύστερα  από  αίτηση,  να 
κηρυχθούν άκυρες οι πράξεις της διαδικασίας στις οποίες είχε συμπράξει ο εξαιρούμενος. 

 

Άρθρο 58 

1. 

Η  αίτηση  για  την  εξαίρεση,  που  υποβάλλεται  έως  την  έναρξη  της  συζήτησης  στο  ακροατήριο, 

γίνεται  με  κατάθεση  εγγράφου  στη  γραμματεία  του  αρμόδιου  δικαστηρίου.  Στην  αίτηση  πρέπει  να 
αναφέρονται οι λόγοι της εξαίρεσης, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.  

2. 

Η  αίτηση  για  την  εξαίρεση  ανακοινώνεται  χωρίς  υπαίτια  καθυστέρηση  στον  εξαιρούμενο  για  να 

λάβει  θέση,  και  συζητείται  το  αργότερο  έως  την  εκδίκαση  της  υπόθεσης,  κατά  τη  διαδικασία  που 
εφαρμόζει το δικαστήριο που τη δικάζει, χωρίς συμμετοχή του εξαιρουμένου. Οι διάδικοι καλούνται να 
παραστούν στη συζήτηση με την επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου. Ο εξαιρούμενος, από τότε 
που  θα  του  ανακοινωθεί  ότι  έχει  υποβληθεί  η  αίτηση,  οφείλει  να  απέχει  από  κάθε  ενέργεια,  εκτός  αν 
προκύπτει κίνδυνος από την αναβολή. 

 

Άρθρο 59 

Η αίτηση για την εξαίρεση, όταν υποβάλλεται κατά τη διάρκεια της συζήτησης στο ακροατήριο, γίνεται 

με  δήλωση  που  καταχωρίζεται  στα  πρακτικά  και  αναφέρει  τους  λόγους  της  εξαίρεσης˙  στα  πολυμελή 
δικαστήρια συζητείται αμέσως, χωρίς συμμετοχή του εξαιρουμένου. Ο εξαιρούμενος, από τότε που θα 
μάθει ότι έχει υποβληθεί η αίτηση, οφείλει να απέχει από κάθε ενέργεια, εκτός αν προκύπτει κίνδυνος 
από την αναβολή. 

 

Άρθρο 60 

1. 

Η απόφαση για την αίτηση της εξαίρεσης εκδίδεται αμέσως με απλή πιθανολόγηση των λόγων της 

εξαίρεσης.  Η  απόφαση  για  την  εξαίρεση  υπαλλήλου  της  γραμματείας  καταχωρίζεται  κάτω  από  την 
αίτηση.  

2. 

Σε περίπτωση που η αίτηση γίνει δεκτή, δεν επιδικάζονται έξοδα.