ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ 

ΤΟΜΟΣ 52 

ΙΟΥΝΙΟΣ - ΙΟΥΛΙΟΣ  2004 

   ΤΕΥΧΟΣ 6

ΤΟ  «ΔΙΚΑΙΩΜΑ» ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ  ΚΑΤΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ  120  §4  Σ*

(Μεταξύ ηθικο-πολιτικού δικαιώµατος, πραγµατικού γεγονότος

και εκδήλωσης συνταγµατικού πατριωτισµού)

ΑΝΤΩΝΗ  ΜΑΝΙΤΑΚΗ

Ι. Η  ιστορική και πολιτειακή σηµασία της 
συνταγµατικής  ρήτρας  προστασίας  του 
Συντάγµατος

α) Η  αντίσταση  ως  εγγύηση προστασίας  του 
Συντάγµατος

Η  ρήτρα  του  ακροτελεύτιου  άρθρου 

όλων  των  ελληνικών  συνταγµάτων,  που 
αναθέτει την τήρηση του Συντάγµατος στον 
«πατριωτισµό  των  Ελλήνων»  (:  «Η 
τ ή ρ η σ ι ς  τ ο υ  Σ υ ν τ ά γ µ α τ ο ς 
α φ ι ε ρ ο ύ τ α ι  ε ι ς  τ ο ν  π α τ ρ ι ω τ ι σ µ ό ν 
τ ω ν  Ε λ λ ή ν ω ν » )  α π ο τ ε λ ε ί  µ ι α ν 
ι δ ι α ι τ ε ρ ό τ η τ α  τ ο υ  ε θ ν ι κ ο ύ  µ α ς 
συνταγµατισµού, που δεν  απαντά  µε αυτήν 
τη  µορφή  σε  άλλα  συντάγµατα  και  που 
αξίζει  για  τον  λόγο  αυτό  να  τραβήξει  για 
λίγο  την  προσοχή µας, τόσο τη νοµική όσο 
και την πολιτειολογική. Παρόλη τη σχετικά 
µικρή  νοµική  αποτελεσµατικότητα  της 
διάταξης,  η  πολιτική  και  συµβολική  της, 
ακόµη  και  σήµερα,  σηµασία,  όπως  έδειξε 
άλλωστε  και  η  ιστορία  της,  δεν  είναι 
αµελητέες. 

Από τα πρώτα  βήµατά του ο ελληνικός 

συνταγµατισµός  διατράνωσε  την  πίστη  του 
ότι η προστασία του Συντάγµατος  δεν µπορεί 
παρά να είναι, κατά  πρώτο και  κύριο λόγο, 
υπόθεση των Ελλήνων πολιτών και του ίδιου 
του  λαού
.  Η  προστασία  του  επαφίεται,  ως 
θεµελιώδης  συνταγµατική  αξία,  στην 
πατριωτική  συνείδηση  των  πολιτών
  και 
εξαρτάται κυρίως από  τη δηµοκρατική τους 
εγρήγορση

1

.  Ο  Λαός  που  δηµιούργησε  µε 

την  εθνική  επανάσταση  του  1821  το 
ελληνικό  συνταγµατικό  κράτος  και  το 
δηµοκρατικό  πολίτευµα  είναι  ο  πλέον 
αρµόδιος  και  ο  καταλληλότερος  να  τα 
υπερασπιστεί,  όταν  απειλείται  η  υπόστασή 
τους. 

Η  ρήτρα  της  τήρησης  και  προστασίας 

του  Συντάγµατος  απαντά  στα  πρώτα 

επαναστατικά συντάγµατα.  Η Τρίτη  Εθνική 
Σ υ ν έ λ ε υ σ η  τ η ς  Τ ρ ο ι ζ ή ν ο ς , 
επαναλαµβάνοντας  αυτολεξεί  σχετικό 
ψήφισµα  της  Δεύτερης  Συνέλευσης  που 
συνήλθε  στο  Άστρος,  διακήρυξε  το  1827 
ότι: 

«Α΄  Το  αυτό  Πολίτευµα,  υπό  το   όνοµα 

Πολιτικόν  Σύνταγµα  της  Ελλάδος” 
αναγνωριζόµενον εφεξής, αφιερούται εις  την 
πίστιν  της  Βουλής,  του  Κυβερνήτου  και  του 
Δικαστικού,  διά  να  διατηρήται  εν  ακριβεία 
αφιερούται εις  την εύνοιαν των λαών και εις 
τον  πατριωτισµόν  παντός  Έλληνος,  διά  να 
ενεργήται καθ’όλην την έκτασιν.

Β΄  Επ’ ουδεµία  προφάσει  και  περιστάσει 

δύναται  η  Βουλή  ή  η  Κυβέρνησις  να 
νοµοθετήση ή να ενεργήση τι εναντίον εις το 
παρόν Πολιτικόν Σύνταγµα»

Η ίδια ρήτρα συµπυκνωµένη σε µια µόνο 

φράση  αποτυπώθηκε  στο   άρθρο  107  του 
Συντάγµατος  του  1844  και  έκτοτε 
επαναλήφθηκε  πανοµοιότυπα  σε  όλα  τα 
µεταγενέστερα  συντάγµατα  µέχρι  το 
Σύνταγµα του 1952, όπου βρήκε καταφύγιο 
στο άρθρο  114 και  έγινε σύνθηµα  πολιτικό 
στις  λαϊκές  κινητοποιήσεις  της  δεκαετίας 
του ’60. 

Με  το  Σύνταγµα  του  1975  η  ρήτρα 

εντάχθηκε  στο  άρθρο  120  §4  και,  αφού 
αντικαταστάθηκε  η  λέξη  «αφιερούται»  µε 
την νοηµατικά καταλληλότερη «επαφίεται», 
προστέθηκε  µια  δεύτερη  φράση,  η  οποία 
ορίζει  ότι  (οι  Έλληνες)  «δ ι κ α ι ο ύ ν τ α ι 
κ α ι 

υ π ο χ ρ ε ο ύ ν τ α ι 

ν α 

α ν τ ι σ τ έ κ ο ν τ α ι  µ ε  κ ά θ ε  µ έ σ ο 
ε ν α ν τ ί ο ν  ο π ο ι ο υ δ ή π ο τ ε  ε π ι χ ε ι ρ ε ί 
ν α  τ ο  κ α τ α λ ύ σ ε ι  µ ε  τ η  β ί α ».  Η 
ερµηνευτική  αξία  της  προσθήκης  είναι, 
πάντως,  αµφίβολη,  διότι  εντείνει  αντί  να 
αίρει τις λογικές και νοµικές αντινοµίες, που 
π ε ρ ι έ χ ε ι  κ ά θ ε  κ α τ α γ ρ α φ ή  τ ο υ 
«δικαιώµατος» αντίστασης σε θετό κείµενο, 
κ ά θ ε  α π ό π ε ι ρ α  ε κ ν ο µ ί κ ε υ σ η ς  τ η ς 
αντίστασης  και  θεώρησής  της  µέσα  από το 

1. Ειδικά για τη σηµασία αυτή της ρήτρας, βλέπε την εξαντλητική µελέτη του N i c o s  M .  R o t i s , Le 

0

Peuple et L’  Etat. Essai sur la clause finale des Constitutions helléniques de 1844 à 1952, Paris, LGDJ, 1987, 

0

0 0 00

ιδίως σ. 339-409 και 462-498.

ΝοΒ 52 

36

πρίσµα  του  Δικαίου,  όπως  θα  δούµε  πιο 
κάτω.  Η  αξία  της  προσθήκης  εντοπίζεται, 
πάντως, στην αποσαφήνιση ότι η «αφιέρωση 
της  προστασίας  του  Συντάγµατος  στον 
πατριωτισµό»   θεµελιώνει  και  νοµιµοποιεί 
«δικαίωµα  αντίστασης»,  το  οποίο  όµως 
α ν α κ ύ π τ ε ι  µ ό ν ο ν  σ ε  π ε ρ ί π τ ω σ η 
«κατάλυσης» και όχι απλής παραβίασης του 
Συντάγµατος. 

Παρόλη  την  προφανή  «ηθικο-πολιτική» 

σηµασία  της  συνταγµατικής  αυτής 
διακήρυξης,  η  συνταγµατική  σηµασία  της 
δεν  πρέπει  να  παροράται.  Αποτέλεσε  το 
τυπικό θεµέλιο  της αντίστασης  των πολιτών 
σε απόπειρες  κατάλυσης  του Συντάγµατος

2

και  παρέσχε,  τον  19

ο

  αιώνα,  ένα,  πρώτο 

έ ρ ε ι σ µ α  γ ι α  τ η  δ ι κα ι ο λ ό γ η σ η  τ ο υ 
δ ι κ α ι ώ µ α τ ο ς  κ α ι  κ α θ ή κο ν τ ο ς  τ ω ν 
δ ι κ α σ τ η ρ ί ω ν  ν α  ε λ έ γ χ ο υ ν  τ η 
συνταγµατικότητα  των  νόµων

3

, µε  βάση  το 

πολιτικό  επιχείρηµα  «ότι  οι  πολίται  όλοι 

πρέπει  να  ώσιν  άγρυπνοι  ως  προς  την 
τήρησιν  των  συνταγµατικών  ελευθεριών, 
αλλά δι’ όλων  των  νοµίµων µέσων  [...] και 
δ ι ά  τ η ς  π ρ ο σ φ υ γ ή ς  ε ν ώ π ι ο ν  τ ω ν 
δικαστηρίων,  όταν  τοιαύτη  προσφυγή 
γίνεται ενώπιον αυτών»

4

Η  θεσµική  και  πολιτική  σηµασία  του 

άρθρου 107 του Συντάγµατος του  1844 είχε, 
άλλωστε,  επιγραµµατικά  επισηµανθεί  στην 
εισήγηση  της  συντακτικής  επιτροπής  στην 
Α΄  Συντακτική  Συνέλευση  του   1843, 
χαρακτηριστικά  αποσπάσµατα  της  οποίας 
παραθέτει  στο  οικείο  κεφάλαιο  του 
Συνταγµατικού  Δικαίου  και  ο  Αλέξανδρος 
Σβώλος

5

:  «Ήδη  εφθάσαµεν  εις  τελευταίον 

µεν  αλλά  κυριώτατον  του  Συντάγµατος», 
διότι «πάντα τα· άλλα, όσα εψηφίσατε µέχρι 
τούδε είναι  η  έκφρασις  των  ευχών  σας  και 
των του Έθνους  ευχών, το δε 107 άρθρον ο 
τρόπος,  δι  ού  αι  ευχαί  υµών  θέλουσι 
πραγµατοποιηθή·  εκείναι  αποτελούσι  το 

 2004 

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ 

907   

 

*Η  µελέτη αφιερώνεται  στη µνήµη  του σεµνού και  αφανούς εργάτη της επιστήµης του Συνταγµατικού 

Δίκαιου Νίκου Ρώτη, συνεργάτη για πολλά χρόνια του «Νοµικού Βήµατος».  Η άγνωστη και αναξιοποίητη, 
δυστυχώς, στην Ελλάδα διδακτορική διατριβή του  «Le Peuple et L’  Etat, Essai sur la clause finale des Consti-
tutions helléniques de 1844 à 1952», στάθηκε για µένα αφορµή  και οδηγός της παρούσας µελέτης.   2. Για το 

0

«δικαίωµα»  αντίστασης ειδικά, βλ. Φ. Σ π υ ρ ό π ο υ λ ο υ , Το δικαίωµα αντίστασης κατά το άρθρο 120 §4 του 
Συντάγµατος, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1987, ιδίως σ. 25, 51 επ., 65 επ.

3.  Βλέπε  εκτενέστερα  τα  όσα  αναφέρει  ειδικά  για  το θέµα  αυτό  ο  Γ.  Δ ρ ό σ ο ς ,  Δοκίµιο  ελληνικής 

συνταγµατικής θεωρίας, Αντ.  Σάκκουλας,  1996,  σ.  181-192.  Τη νοµική σηµασία της διάταξης  του  άρθρου 
114 του Σ  1952 αρνείται  ρητά  ο Χ ρ .  Σ γ ο υ ρ ί τ σ α ς ,  ο οποίος  αναφερόµενος  σε  αυτήν  αποκρούει  την 
άποψη  ότι  αποτελεί  έρεισµα  για  την    «στήριξιν  του   δικαιώµατος  των  δικαστηρίων  να  ελέγχουν  την 

0

συνταγµατικότητα  των  νόµων»  (Χ ρ .  Σ γ ο υ ρ ί τ σ α ,  ΣυντΔίκ.  τόµ.  Β,  τεύχ.  α΄, Αντ.  Σάκουλας,  Αθήναι, 
1964, σ. 55). Ο Ν. Ν. Σ α ρ ί π ο λ ο ς , (ΣυστΣυντΔίκ. τόµ. Β΄, 1923, σ. 335) αντίθετα, θεµελιώνει την εξουσία 

0

0

αυτή των δικαστηρίων στο αντίστοιχο ακροτελεύτιο άρθρο 110 του Συντάγµατος του 1864/1911. 

4. Αγόρευση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δ. Τ ζι β α ν ό π ο υ λ ο υ , στην  169/1893 (Β΄  Τµ.), Δ΄ , 

0 0

0

Θέµις, (1893), σ. 388, όπως παρατίθεται και σχολιάζεται από τον Γ. Δ ρ ό σ ο , ό.π., σ. 188-191. 

5. Α λ .   Σ β ώ λ ο ς , ΣυντΔίκ., 1934, σ. 102 και N. R o t i s , ό.π., σ. 401. 

 908

σώµα  του πολιτεύµατος,  την  δε ζώσαν  και 
ενεργόν ψυχήν» του Συντάγµατος  «δίδει  το 
107  άρθρον»,  διότι  «δεν  είναι  τόσον 
δύσκολον το ν’ αποκτήση τις τα καλά, όσον 
το  να  δυνηθή  να  διατηρήση  ταύτα»…  «Το 
µόνον  δε µέσον,  δι΄ού  κατορθούνται  εις  τα 
έθνη,  και  κατορθωθέντα  διατηρούνται  τα 
α γ α θ ά ,  ε ί ν α ι  ο  π α τ ρ ι ω τ ι σ µ ό ς .  Ο 
πατριωτισµός  έδωκε  το  µεγαλείον  του 
ονόµατος  εις  τον  Έλληνα,  ο   πατριωτισµός 
παρακολούθησε  πάντοτε  και  παντού  κατά 
πόδα  αυτόν,  ο  πατριωτισµός  ανέδειξεν 
αυτόν εκ δούλου ελεύθερον, ο πατριωτισµός 
απήλλαξεν  αυτόν  της  ξενικής  καχεξίας,  εις 
τον  πατριωτισµόν  εποµένως  του  Έλληνος 
έκρινεν  εύλογον  η  επιτροπή ν’ αναθέση  το 
τιµαλφέστατον  χρήµα  του  Συντάγµατος 
…»

6

Ιστορικά  η  αντίσταση  γεννήθηκε  και 

διαπλάστηκε  εννοιολογικά  στην  κλασσική 
Ελλάδα  την  εποχή  της  πόλης-κράτος  ως 
πράξη  άρνησης  και  αντίθεσης  στην 
τυραννία

7

.  Ο  τύραννος  συµβολίζει  και 

ε ν σ α ρ κ ώ ν ε ι  τ η ν  α υ θ α ί ρ ε τ η  κ α ι 
καταχρηστική,  προσωπική  άσκηση  της 
εξουσίας,  την  οποία  έχει  καταλάβει 
προηγουµένως αθέµιτα διά του σφετερισµού 
της  χρησιµοποιώντας  δόλια  ή  παράνοµα 
µέσα  και  ενεργώντας  πραξικοπηµατικά.  Η 
εξουσία  του  τυράννου  είναι  µια  de  facto 
εξουσία,  που  ασκείται  αυθαίρετα  και 

α υ τ α ρ χ ι κ ά  χ ω ρ ί ς  κ ο ι ν ά  α π ο δ ε κ τ ή 
νοµιµοποιητική  βάση.  Εµφανίζεται  ως 
κατάσταση  προσωρινή  σε  περιόδους 
µεταβατικές, µετάβασης  από ένα καθεστώς 
στο άλλο, από τη βασιλεία στη δηµοκρατία 
ή σε  περιόδους  κρίσης  και  εκφυλισµού της 
δηµοκρατίας.  Η  αντίσταση  ως  έµπρακτη 
άρνηση   της  τυραννίας
  αποκτά  νόηµα  και 
προσλαµβάνεται  ως  πράξη  θεµιτή  και 
δικαιολογηµένη, όταν ενεργείται στο όνοµα 
της Πόλης και για λογαριασµό των πολιτών 
της, όταν  δηλαδή έχει ως  σηµείο  αναφοράς 
και δικαιολογία την κοινότητα των πολιτών

8

Στον  ύστερο  µεσαίωνα  µέχρι  την 

γαλλική επανάσταση υπό την επίδραση των 
θεωριών  του  φυσικού δικαίου, το δικαίωµα 
αντίστασης  αρχίζει  και  διαµορφώνεται  ως 
πράξη θεµιτή και δικαιολογηµένη απέναντι σε 
µια  αθέµιτη,  καταπιεστική  και  δεσποτική 
εξουσία
  που παραβιάζει και  δεν  σέβεται τις 
θεµελιώδεις αρχές του φυσικού δικαίου, που 
ανταποκρίνονται  στην ανθρώπινη φύση  και 
στην ιδέα της Δικαιοσύνης. 

  Στη  γαλλική  επανάσταση  η  αντίσταση 

κατά της καταπίεσης συγκαταλέγεται µεταξύ 
τ ω ν  φ υ σ ι κ ώ ν  κ α ι  α π α ρ ά γ ρ α π τ ω ν 
δ ι κ α ι ω µ ά τ ω ν  τ ο υ  α ν θ ρ ώ π ο υ  κ α ι 
µνηµονεύεται  ρητά  στο  άρθρο  2  της 
γαλλικής  διακήρυξης  των  δικαιωµάτων  του 
ανθρώπου  δίπλα  στην  ελευθερία,  την 
ασφάλεια  και την  ιδιοκτησία.  Η  διακήρυξη 

  

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ 

 

τόµος 52

6. Πρακτικά Συζητήσεων της «Της Τρίτης Σεπτεµβρίου εν Αθήναις Εθνικής Συνελεύσεως»  (ανατύπωση, 

Αντ. Σάκκουλας,  1993) σ. 510-511. Για την ιστορική σηµασία της Α΄  Εθνικής Συνελεύσεως των Ελλήνων, 
βλ. Γ. Αν α σ τ α σ ι ά δ η ,  «Η της Τρίτης Σεπτεµβρίου εν Αθήναις»  Εθνική Συνέλευση (1843-1844),  Univer-
sity Studio Press, 1992. 

7. E r i c   D e s m o n s , Droit et devoir de résistance en droit interne, L.G.D.J., 1999, σ. 23-36.

8. Εκτενέστερα για όλα αυτά, Γ. Κ α σ ι µ ά τ η ς , Η αντίσταση, σε Μελέτες, ΙΙ, Κράτος και Πολίτευµα, Εκδ. 

Αντ. Σάκκουλα,  2000,  ιδίως  σ.  78-88.  Στην  ακραία του µορφή το δικαίωµα αντίστασης  ταυτίζεται  µε την 
τυραννοκρατία ή βασιλοκτονία, βλ. σχετικά, F r a n z  N e u m a n n , Τα όρια της δικαιολογηµένης ανυπακοής, 
εκδ. Ευρασία, Αθήνα 2003, σ. 9-15. 

της  24

ης

  Ιουνίου   του  1793  την  θεωρεί 

συνέπεια όλων των άλλων δικαιωµάτων του 
ανθρώπου και αναγορεύει το δικαίωµα στην 
εξέγερση  ως  το  πιο  ιερό  των  δικαιωµάτων 
και το πιο απαραίτητο των καθηκόντων

9

β)  Η  αντίσταση  ως  «δικαίωµα»  και  οι 
αντινοµίες της δικαιωµατικής θεώρησής της

 

Η  συµβολική  και  πολιτική  σηµασία της 

διάταξης  είναι  προφανής. Αλλά όσο έκδηλη 
είναι  η  συµβολική  της  αξία,  αφού 
απευθύνεται  στην  πατριωτική  συνείδηση 
των  πολιτών,  άλλο  τόσο  αµφίβολη  και 
αµφισβητούµενη  είναι  η  νοµική  της 
σηµασία. 

Η συνταγµατική  θεωρία

10

  αντιµετωπίζει 

την  ακροτελεύτια  αυτή  διάταξη  των 
ελληνικών  συνταγµάτων  ως  ρήτρα  που 
καθιερώνει για άλλους ένα «φυσικό» και για 
άλλους  ένα  «θετό»  ατοµικό  δικαίωµα. 
Ανάλογα µε τη θεωρητική τους  τοποθέτηση 
οι µεν οπαδοί του φυσικού δικαίου βλέπουν 
σε  αυτήν  ένα  δικαίωµα  ιερό,  που   πηγάζει 
από  την  φύση  του  ανθρώπου  και  υπάρχει 
πέρα  ή  ανεξάρτητα  από  τη  θετική  του 
κατοχύρωση,  ενώ  οι  νοµικοί  θετικιστές 
αναγνωρίζουν  ένα  ατοµικό  δικαίωµα  που 
θεσπίζεται και οργανώνεται ρητά από το ίδιο 
το Σύνταγµα

11

Ως  φυσικό  δικαίωµα,  η  προστασία  του 

Συντάγµατος  εξοµοιώνεται  µε  το  δικαίωµα 
κάθε  ανθρώπου  να  αντιστέκεται  στην 
τυραννία  και  στα  καταπιεστικά  ή  αυταρχικά 
καθεστώτα
. Θεµελιώνεται στο φυσικό δίκαιο 
από  το  οποίο  και  αντλεί  την  ισχύ  και  το 
κύρος του. Υπέρκειται του θετού δικαίου και 
προυπάρχει  λογικά  του  κράτους  και  του 
συντάγµατος. Ανήκει ως υπερθετικό ή ηθικό 
δικαίωµα  στο  άγραφο  δίκαιο,  στους 
άγραφους νόµους της ανθρώπινης φύσης, γι’ 
αυτό,  και  όταν  βρεθεί  να  συγκρούεται  µε 
τους  γραπτούς  κανόνες  µιας  καταπιεστικής 
και  άδικης  ή  ανελεύθερης  νοµιµότητας 
υπερισχύει  εκείνης.  Ιστορικό  πρότυπο 
αντίστασης  κατά  του  άδικου   γραπτού 
δικαίου  η  απείθεια  της  Αντιγόνης  στη 
διαταγή  του  Κρέοντα  να  µην  θάψει  τον 
αδελφό της Πολυνείκη.

Για  τους  θετικιστές,  αντίθετα,  το 

δικαίωµα  αντίστασης,  εφόσον  αποσκοπεί 
στην  προστασία  της  συνταγµατικής 
νοµιµότητας  ή  της  συνταγµατικής  τάξης, 
υπάρχει, επειδή το προβλέπει ρητά το ίδιο το 
συνταγµατικό  κείµενο   και  ενεργοποιείται 
στο µέτρο που πληρούνται οι προϋποθέσεις 
της θετής πρόβλεψής του

12

Ωστόσο εγκλωβισµός του «δικαιώµατος» 

αντίστασης  στα  ασφυκτικά  περιθώρια  της 
αντιπαράθεσης  «φυσικού»  και  «θετικού 

 2004 

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ 

909   

 

9. Βλέπε σχετικά, E r i c   D e s m o n s , ό.π., σ. 58-66.

10.  Βλέπε κυρίως Γ.  Κ α σ ι µ ά τ η ,  «Η αντίσταση»,  στο Μελέτες,  ΙΙ,  Κράτος  και Πολίτευµα,  Εκδ.  Αντ. 

Σάκκουλα, 2000, σ.  73-125· και Φ. Σ π υ ρ ό π ο υ λ ο υ , ό.π., σ. 100-105. Για το ίδιο θέµα από τη γαλλόφωνη 
βιβλιογραφία βλ. αντί άλλων G. B u r d e a u , Les libertés publiques, LGDJ, Paris, 1966, σ. 87-88.

0

00 0 0

11.  Για  τη   σχέση του δικαιώµατος αντίστασης µε το  φυσικό και  θετικό δίκαιο  βλ.  αντί  άλλων   E r i c 

0

0

D e s m o n s , Droit et devoir de résistance en droit interne, LGDJ, 1999, σ. 50-66.

0 0 00

0

12.  Αυτό  συµβαίνει  π.χ.  µε  το  δικαίωµα  αντίστασης  στη  συνταγµατική  τάξη  της  Γερµανίας,  όπου 

αναγνωρίζεται  ρητά  στο  Θεµελιώδη Νόµο  της Οµοσπονδιακής Δηµοκρατίας  στο άρθρο  20  εδάφιο  4  ότι 
«Όλοι  οι  Γερµανοί  έχουν το δικαίωµα να αντιστέκονται  εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί  να ανατρέψει  την 
συνταγµατική τάξη». Βλ. σχετικά O l i v i e r  J o u a n j a n , Le droit de résistance dans la loi fondamentale de 
la République  Fédérale d’Allemagne,  εισήγηση στο Colloque  International, «Le  droit de  résistance  à  l’op-
pression», Dijon, 12-13 Décembre 2002. 

 910

δικαίου»  ακυρώνει  τη  δυναµική  του  και 
εξαφανίζει την ιδιοτυπία του. Τη δύναµη και 
το  κύρος  του  δεν  τα  αντλεί  ούτε  από  το 
φυσικό ούτε από το θετικό  δίκαιο αλλά και 
ούτε από κάποια προ-συνταγµατική ή υπέρ-
συνταγµατική δικαιική τάξη διαχρονικής και 
οικουµενικής  ισχύος

13

.  Η  αντίσταση 

γεννιέται  όταν το Δίκαιο  και  η  νοµιµότητα 
καταργούνται,  όταν  δηµιουργηθεί  κενό 
δικαίου,  είτε  διότι  η  ισχύουσα  νοµιµότητα 
έχει  ανατραπεί  και  εγκαθίσταται  καθεστώς 
αυθαιρεσίας ή τυραννίας, είτε διότι µια νέα 
«νοµιµότητα»  επιδιώκεται  να  επιβληθεί 
µέσα  από  µια  κατάσταση  ανοµίας  και 
γυµνής  βίας.  Και  στις  δύο  περιπτώσεις  η 
αντίσταση  δεν  βασίζεται,  για  να  ασκηθεί 
«νόµιµα»  ή  «νοµιµοποιηµένα»,  σε  κάποιο 
φυσικό  ή  υπερθετικό  Δίκαιο  ή  σε  κάποιο 
προϊσχύοντα  «θετό»  κανόνα  δικαίου,  αλλά 
σε µια πραγµατική κατάσταση εξω-δικαιική 
–  εκτός  δικαίου  –,  που  εκτρέφει  µια 
συλλογική  συνείδηση  άρνησής  της  και 
αντιπαράθεσης  µαζί  της  µε  σκοπό  την 
ανατροπή της. 

Η  αντίσταση  είναι  από  τη  φύση  της 

α ν α τ ρ ε π τ ι κ ή ,  α τ ί θ α σ η  σ ε  δ ι κα ι ι κό 
εξορθολογισµό  και απρόβλεπτη, γι’ αυτό και 
δεν  χωράει  ούτε  µπορεί  να  υποταχθεί  σε 
θετές  δικαιικές ρυθµίσεις. Η ένταξή της, ως 
δικαιώµατος, στο Σύνταγµα αποτελεί λογική 
α ν τ ί φ α σ η

14

,  α φ ο ύ  τ ο  δ ι κ α ί ω µ α 

ενεργοποιείται  όταν  η  συνταγµατική  τάξη 

έχει  καταλυθεί, και άρα δεν µπορεί πλέον η 
άσκησή  του  να  στηριχθεί  τυπικά  στην 
επίκληση και στην εφαρµογή µιας  διάταξης 
που  έχει  παύσει  να  ισχύει. Αλλά  ούτε  και 
στη «νέα» νοµιµότητα µπορεί να στηριχθεί, 
αφού  αυτή  δεν  έχει  ακόµη  εγκατασταθεί. 
Γενικά, η αντίσταση δύσκολα  συµβιβάζεται 
µε  την  έννοια  της  νοµιµότητας,  είτε  διότι 
προηγείται είτε διότι έπεται από την ίδια είτε 
διότι  αντιτίθεται  στην  και  παραβιάζει  την 
υπάρχουσα  νοµιµότητα.  Αντιστέκεται 
σ τ α θ ε ρ ά  σ τ ο  Δ ί κ α ι ο  κ α ι  σ ε  κ ά θ ε 
δικαιοποίησή  της.  Το δικαίωµα αντίστασης 
αντιστέκεται  στο  Δίκαιο  της  αντίστασης. 
Χώρος του προνοµιακός είναι η πολιτική και 
η  φιλοσοφία

15

.  Οι  αντιστασιακές  πράξεις, 

«και  όταν  γίνωνται  ως  άµυνα  κατά  της 
παραβιάσεως  του  Συντάγµατος  και  της 
νοµιµότητος  δεν  είναι  νοµικόν  γεγονός  και 
εποµένως  δεν  διέπονται  εν  γένει  υπό  του 
Δικαίου,  τουναντίον  αποτελούν  άρνησιν 
αυτού. Η επανάστασις εν γένει δεν κρίνεται 
ως  ‘δικαίωµα’,  διότι  τοιούτον  δικαίωµα 
είναι  νοµικώς  ανύπαρκτον»

16

.  Αλλά  και  το 

αντίστροφο θα  ήταν εντελώς  παράλογο:  το 
δ ι κ α ί ω µ α  α ν τ ί σ τ α σ η ς  κ α τ ά  τ η ς 
επανάστασης(!)

17

.  Δεν  νοείται  ούτε  είναι 

πραγµατικά  δυνατή  αντίσταση  λαϊκή 
ενάντια  σε µια  επανάσταση  του  Λαού,  που 
εξελίσσεται  ή  πέτυχε  εγκαθιστώντας  τη 
λαϊκή κυριαρχία. 

Ακόµη  και  όταν  ο  συντακτικός 

  

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ 

 

τόµος 52

13. Όπως υποστηρίζει ο Γ. Κ α σ ι µ ά τ η ς , ό.π., σ. 118-125.

0

14. Για τις αντινοµίες του δικαιώµατος αντίστασης σε σχέση µε το θετικό δίκαιο και τη σχέση του µε τις 

ηθικές  αξίες  του ατόµου  και  της κοινωνίας βλ.  A u g o s t o  C e r r i ,  Resistenza  (diritto  di),  Enciclopedia 
Giuridica,
 1991, σ. 1-7, και F r a n z   N e u m a n n , ό.π., σ. 19-27. 

15.  Βλ.  εκτενέστερα  E r i c  D e s m o n s ,  Droit et devoir  de  résistance en droit interne,  σ.  2-8 και  τον 

0

Πρόλογο του Fr. Rials.

16. Α λ .   Σ β ώ λ ο ς , ΣυντΔίκ., σ. 103.

17. Φ. Σ π υ ρ ό π ο υ λ ο ς , ό.π., σ. 76 επ. 

νοµοθέτης  κρίνει  σκόπιµο  να αναγάγει   την 
αντίσταση  σε  δικαίωµα  ενσωµατώνοντάς 
την  σε  θετό   συνταγµατικό  κείµενο,  όπως 
συνέβη µε το Σύνταγµα του 1975 και µε την 
προσθήκη  της  φράσης  «(οι  Έλληνες) 
δ ι κ α ι ο ύ ν τ α ι  κ α ι  υ π ο χ ρ ε ο ύ ν τ α ι  ν α 
αντιστέκονται  µε  κάθε  µέσον  εναντίον 
οποιουδήποτε  επιχειρεί  να το  καταλύσει µε 
την  βία»,  και  πάλι  το  «δικαίωµα» 
αντίστασης  δύσκολα  αποκτά  αξία  θετού 
δικαίου

18

Έτσι, µόνον  καταχρηστικά θα µπορούσε 

να  χαρακτηριστεί  δικαίωµα  µε  τη  νοµική 
σηµασία  του  όρου  και  να  συµπεριληφθεί 
στον  κλασικό   κατάλογο  των  ατοµικών 
δικαιωµάτων,  αφού  δεν  εξαρτά  το  κύρος 
ούτε  την  ισχύ  του  από  κάποια  ισχύουσα 
νοµιµότητα  –  ακόµη  και  όταν  προβλέπεται 
από  θετή  συνταγµατική  διάταξη  –  ούτε 
ασκείται,  βέβαια,  προς  ικανοποίηση 
ατοµικού συµφέροντος

19

Πάντως  η  ιστορία  µάς  δείχνει  ότι  το 

δικαίωµα  αντίστασης  βρίσκεται  στο 
µεταίχµιο  της  νοµιµότητας  και  της 
παρανοµίας,  αναδύεται  σε  στιγµές  κρίσης 
της εξουσίας, κρίνεται ως  de facto δικαίωµα 
και  αξιολογείται  µόνον  µε  βάση  τους 
κανόνες  και τις  αρχές  της  νοµιµοποιηµένης 
ή ανοµιµοποίητης ενέργειας και εξουσίας

20

γ) Ο «πατριωτισµός» των Ελλήνων πηγή και 
θεµέλιο νοµιµοποίησης της αντίστασης 

Η  πρώτη  ερµηνευτική  πρόκληση 

προέρχεται  από  τη  χρήση  του  όρου 

«πατριωτισµός»  των  Ελλήνων,  στον  οποίο 
«επαφίεται» η τήρηση του Συντάγµατος.  Η 
αφιέρωση  της  τήρησης  του  Συντάγµατος 
στον  πατριωτισµό  έχει  ως  συνέπεια  την 
αναγωγή  της  «φιλοπατρίας»  σε  συστατικό 
σ τ ο ι χ ε ί ο   τ η ς  σ υ ν τ α γ µ α τ ι κ ή ς 
νοµιµοφροσύνης. 

Η  σύνδεση  του  «πατριωτισµού»  µε  το 

Σύνταγµα  δεν  είναι  εξωτερική  αλλά 
εσωτερική:  ο  πατριωτισµός  τρέφεται  και 
προσδιορίζεται από την πίστη και αφοσίωση 
που   δείχνουν  οι  πολίτες  στην  αξία  του 
Συντάγµατος.  Και  το  αντίστροφο:  το 
Σύνταγµα και  τα συνταγµατικά δικαιώµατα 
συνθέτουν ένα κράµα  µε τα αισθήµατα,  τα 
κίνητρα  και  τον  τρόπο  ζωής  των  πολιτών. 
Ως  Σύνταγµα  εδώ  νοείται,  άλλωστε,  το 
πολίτευµα,  δηλαδή  το  Σύνταγµα  µε  την 
ουσιαστική  και  πολιτειακή  σηµασία  του 
όρου. Τα δύο µαζί  ενωµένα, «Σύνταγµα και 
πατριωτισµός»,  φτιάχνουν  την  έννοια  του 
«συνταγµατικού  πατριωτισµού»

21

,  που  έχει 

γ ι α  τ η ν  ι σ τ ο ρ ί α  τ ο υ  ε λ λ η ν ι κ ο ύ 
συνταγµατικού  κινήµατος  µια  ξεχωριστή 
σηµασία,  η  οποία  αξίζει  τον  κόπο  να 
διερευνηθεί. 

Θα  πρέπει,  πάντως,  από  την  αρχή  να 

διευκρινιστεί  ότι  δεν  πρόκειται  στην 
προκειµένη  περίπτωση  για  αναγωγή  σε 
κ ά π ο ι ο  α φ η ρ η µ έ ν ο  σ υ ν τ α γ µ α τ ι κ ό 
πατριωτισµό, που νοείται έξω από τον τόπο, 
την ιστορία και  την πολιτική πρακτική  που 
τον  γέννησαν  και  τον  αναπαράγουν.  Ούτε, 
βέβαια,  υποδηλώνει  την  υπεράσπιση 
κάποιου αφηρηµένου προτύπου θεµελιωδών 

 2004 

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ 

911   

 

18. G. B u r d e a u , ό.π., σ. 88. 

0

19. Γ. Κ α σ ι µ ά τ η ς , ό.π., σ.  118. Ο Α λ .  Σ β ώ λ ο ς  (ΣυντΔίκ., σ. 102) για το ίδιο θέµα παρατηρεί  «… 

ούτε σαφής αναγνώρισις δικαιώµατος αντιστάσεως εξεδηλώθη, ούτε ποτέ ωργανώθη το δικαίωµα τούτο».

20. Έτσι, Γ. Κ α σ ι µ ά τ η ς , ό.π., σ. 77 και 117. 

21. Για την  έννοια και  σηµασία του  «συνταγµατικού πατριωτισµού»  βλέπε αντί  άλλων J.  H a b e r m a s , 

La  lutte pour la reconnaissance  dans l’ Etat de droit démocratique,  στο L’ intégration républicaine, Fayard, 
1998,  σ.  205-243,  µελέτη που γράφτηκε µε αφορµή τα  προβλήµατα που δηµιουργούνται  στις πολυεθνικές 
πολιτικές κοινωνίες και από την ένταξη των µεταναστών στο εθνικό κράτους δικαίου. 

 912

συνταγµατικών αρχών ή αξιών οικουµενικής 
ισχύος

22

,  πέρα  και  ανεξάρτητα  από  το 

δ η µ ο κ ρ α τ ι κ ό  π ο λ ί τ ε υ µ α  π ο υ  τ ο 
συγκεκριµένο  σύνταγµα  υπόσχεται  και 
εξαγγέλλει.  Ο συνταγµατικός  πατριωτισµός 
έχει  ταυτότητα  και  µάλιστα  «εθνική», 
αναφέρεται  σε  µια  συγκεκριµένη  χώρα  ή 
πατρίδα  και  όχι  στις  χώρες  όλου  του 
κόσµου.  Αφορά  και  αναφέρεται  µεν  σε 
αισθήµατα αγάπης  και  πίστης  στα ουσιώδη 
ή  σ τ ι ς  « ο ι κ ο υ µ ε ν ι κ έ ς »  α ξ ί ε ς  τ ο υ 
συνταγµατισµού,  όπως  όµως  αυτές 
β ι ώ ν ο ν τ α ι  κα ι  σ υ ν ε ι δ η τ ο π ο ι ο ύ ν τ α ι 
συλλογικά  από   τους  Έλληνες  πολίτες.  Με 
τ η ν  α ν α φ ο ρ ά  σ τ α  α ι σ θ ή µ α τ α  τ ο υ 
σ υ ν τ α γ µ α τ ι κο ύ  π α τ ρ ι ω τ ι σ µ ο ύ ,  δ ε ν 
δηλώνεται  άρα  η  πίστη  σε  κάποιο 
α φ η ρ η µ έ ν ο ,  ο ι κο υ µ ε ν ι κό ,  π ρ ό τ υ π ο 
συνταγµατικής  δηµοκρατίας  αλλά  η 
ηθικοπολιτική  συναίνεση  των  Ελλήνων 
πολιτών  στο  κανονιστικό  δηµοκρατικό 
ιδεώδες  που  το  συγκεκριµένο  Σύνταγµα 
διακηρύσσει.  Δηµιουργείται  έτσι  ένας 
ιδιότυπος «συνταγµατικός  πατριωτισµός», ο 
οποίος  αποτελεί  σύνθεση  αισθηµάτων 
αγάπης προς την πατρίδα και ηθικοπολιτικής 
υποχρέωσης σεβασµού  του Συντάγµατος και 
συµµόρφωσης προς τις επιταγές του. 

Αλλά  και  η  αποδοχή  µιας  αντίθετης 

εκδοχής δεν είναι λιγότερο επισφαλής: διότι 
η  π ρ ο σ ή λ ω σ η  σ τ ο  σ υ ν τ α γ µ α τ ι κ ό 
δηµοκρατικό  ιδεώδες  του  ελληνικού 
συνταγµατισµού  δεν  υποδηλώνει  και 
αποδοχή  της  συγκεκριµένης  συνταγµατικής 
πραγµατικότητας  ή  της  κρατούσας 
ερµηνείας  και  εφαρµογής  του  ισχύοντος 
Συντάγµατος.  Πίστη  στην  αξία  του 
Συντάγµατος  δεν  σηµαίνει και  προσχώρηση 
σε µια δεδοµένη ή µονοσήµαντη ούτε σε µια 
αναλλοίωτη  σηµασία  του  Συντάγµατος  ή 
των θεµελιωδών αρχών του. Δηλώνει απλώς 
συνειδητή  προσχώρηση  στις  θεµελιώδεις 
διαδικασίες που το Σύνταγµα καθιερώνει για 
την  ελεύθερη  έκφραση  και  ίση  συµµετοχή 
των  πολιτών  στη  διαχείριση  των  κοινών 
υποθέσεων  µιας  Πολιτείας,  τα  µέλη  της 
οποίας  συµµερίζονται  µια  κοινή  πολιτική 
κουλτούρα και δέχονται να συµµορφώνονται 
µε  τους  κανόνες  και  τις  αρχές  της 
καταστατικής οργάνωσής της. Κάτω  από την 
σ κ έ π η  κ α ι  µ ε  τ η ν  ε γ γ ύ η σ η  τ ο υ 
συνταγµατικού  αυτού  πλαισίου  η  διαφωνία 
και  η  αντιπαράθεση  για  την  ερµηνεία, 
εφαρµογή  και  νοηµατοδότηση  των 
συνταγµατικών  αρχών  και  κανόνων  είναι 
αυτονόητες,  διαρκείς  και  έντονες.  Η 

  

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ 

 

τόµος 52

22.  Τα ζητήµατα αυτά  θίγει  µεταξύ των  άλλων  σχολιάζοντας τις  σχετικές  θέσεις του  Χάµπερµας στη 

µελέτη  που  παρατέθηκε  πιο  πάνω  ο  αµερικανός  πολιτικός  φιλόσοφος  F r a n k  M i c h e l m a n ,  Morality, 
Identity and «Constititutional Patriotism», Ratio Juris, 14: 2001. 253-171.

πολιτική όµως  διαφωνία και σύγκρουση δεν 
θέτουν  υπό  αµφισβήτηση  τη  θεµελιώδη 
συµφωνία  ή  συναίνεση  πάνω  στις 
καταστατικές  διαδικασίες  και  αρχές  της 
ανταγωνιστικής  πολιτικής  συµβίωσης. 
Χωρίς  να  κλονίζεται  η  εµπιστοσύνη  τους 
στην  αξία  των  θεµελιωδών  αρχών  της 
συνταγµατικής  πολιτείας  τους,  οι  πολίτες 
δ έ χ ο ν τ α ι  ν α  δ ι α φ ω ν ο ύ ν  κ α ι  ν α 
αντιπαρατίθενται  για  το  νόηµα  και  τη 
συγκεκριµένη εφαρµογής τους. 

Το Σύνταγµα  αποτελεί  έτσι  το  σταθερό 

σηµείο  αναφοράς  ενός  συνταγµατικού 
πατριωτισµού   που  προσλαµβάνει  το 
δηµοκρατικό πολίτευµα και το σύστηµα των 
συνταγµατικών  δικαιωµάτων ως  ένα ιδεατό 
κανονιστικό  σχήµα,  που  αντιστοιχεί  στη 
δική  τους  πολιτική  κοινότητα,  η  οποία 
εµφανίζεται  και  ως  κοινότητα  «νοµική»   ή 
«δικαίου»  εµποτισµένη  µε  έναν  πολιτικό 
πολιτισµό ιστορικά καθορισµένο

23

Ο  συνταγµατικός  αυτός  πατριωτισµός 

είναι  παρών  σε  όλη  τη  διάρκεια  της 
συνταγµατικής  µας  ιστορίας  και  εµπνέει 
λ α ϊ κο ύ ς  α γ ώ ν ε ς  κα ι  δ η µ ο κ ρ α τ ι κ έ ς 
διεκδικήσεις  από τη σύσταση  το ελληνικού 

κράτους µέχρι σήµερα

24

.

Από  την  εποχή  της  επαναστατικής 

περιόδου, η αναφορά στον πατριωτισµό των 
Ελλήνων και η σύνδεσή του µε την τήρηση 
του Συντάγµατος  συνέχονται  µε την  εθνική 
κυριαρχία  και  τη  δηµιουργία  του  εθνικού 
κράτους.  Η  πατριωτική  εγρήγορση 
πυρακτώνεται,  την  εποχή  εκείνη,  από  την 
α γ ω ν ι σ τ ι κ ή  δ ι ά θ ε σ η  κ α ι  τ η ν 
αποφασιστικότητα  ενός  επαναστατηµένου 
λαού  για  διατήρηση  της  εθνικής  του 
ανεξαρτησίας,  που  µόλις  είχε  κατακτήσει 
πολεµώντας  την  οθωµανική  αυτοκρατορία, 
και  για  εγκατάσταση  ενός  συνταγµατικού 
πολιτεύµατος,  που  θα  συνένωνε  σε  ένα 
ενιαίο πολιτικό σώµα όλους όσοι συνέβαλαν 
στην  εγκαθίδρυσή  του

25

.  Η  δηµιουργία  του 

εθνικού  κράτους  είναι  συνδεδεµένη µε  την 
ε θ ν ι κ ή  ε π α ν ά σ τ α σ η ,  κα ι  η  ε θ ν ι κ ή 
επανάσταση µε το συνταγµατικό πολίτευµα 
που   ο   Λαός  έχει  καθήκον  να  διατηρήσει, 
αφού αυτός το εγκατέστησε µε τους αγώνες 
του.  Το  Σύνταγµα  επαφίεται,  λοιπόν,  στον 
«αγωνιστικό ζήλο  των πολεµιστών του χθες, 
καθότι ο πατριωτισµός δεν είναι τίποτε άλλο 
παρά  µια  συνένωση  κοινών  συµφερόντων 

 2004 

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ 

913   

 

23.  J.  H a b e r m a s ,  γράφει  σχετικά:  «Οι  πολίτες  που  είναι  ενταγµένοι  πολιτικά  σε  µια  κοινωνία 

συµµερίζονται την έλλογα θεµελιωµένη αντίληψη ότι η ανάπτυξη των ελευθεριών έκφρασης σε µια δηµόσια 
πολιτική σφαίρα, συνενωµένη µε την δηµοκρατική διαδικασία ειρηνικής διευθέτησης των συγκρούσεων και 
µε  την  διοχέτευση  της  κυριαρχίας  µέσω  των  εργαλείων  του  κράτους  δικαίου,  εγγυάται  ότι  η  αυθαίρετη 
εξουσία είναι ελεγχόµενη και  ότι η κρατική εξουσία ασκείται  προς το συµφέρον  όλων.  Η οικουµενικότητα 
των νοµικών αρχών  αντανακλάται  σε µια διαδικαστική συναίνεση αν και  η ίδια οφείλει να ενταχθεί,  µε την 
βοήθεια  του  συνταγµατικού  πατριωτισµού,  στις  συνθήκες  µιας  πολιτικής  κουλτούρας  ιστορικά 
καθορισµένης», (J. H a b e r m a s ,  ό.π., σ. 232-231). Ο ίδιος συγγραφέας υποστηρίζει ακόµη στη µελέτη του 
την  ουδετερότητα του Συντάγµατος και  της έννοµης τάξης απέναντι  στις γλωσσικές,  θρησκευτικές, εθνικές 
κοινότητες, ώστε να διευκολυνθεί η πολιτική τους ένταξη στην κοινωνία, µένει  σταθερός στην διαδικαστική 
σύλληψη  της δηµοκρατίας που σταθερά επαγγέλλεται: «το ηθικοπολιτικό περιεχόµενο του συνταγµατικού 
πατριωτισµού δεν πρέπει να θίξει την ουδετερότητα της έννοµης τάξης απέναντι στις κοινότητες, των οποίων 
η  ηθικοπολιτική  ενσωµάτωση  πραγµατοποιείται  κάτω  από  το πολιτικό  επίπεδο»  (J.  H a b e r m a s ,  ό.π,  σ. 
230).  Στην  διαδικαστική  θεώρηση  του  συνταγµατικού  πατριωτισµού  του  Χάµπερµας  ασκεί  διεισδυτική 
κριτική  Μίκελµαν,  ο  οποίος  προσπαθεί  να  δείξει  ότι  στην  χαµπερµασιανή  σύλληψη  του  συνταγµατικού 
πατριωτισµού  υπεισέρχονται,  παρόλα  αυτά,  ηθικοπολιτικά  και  γενικότερα  αξιακά  περιεχόµενα,  (F r . 
M i c h e l m a n , ό.π., σ. 269-271). 

24. Βλ. σχετικά N. R o t i s , Le Peuple et L’ Etat, σ. 359-365. 

25.  N.  R o t i s ,  ό.π.,  σ.  345-352 και  S t é p h a n o s  K o u t s o u b i n a s ,  Le  peuple dans la  Constitution 

hellénique de 1995, Presses Universitaire de Nancy, 1989, σ. 465.

 914

επί  θυσία  των  ατοµικών»

26

.  Υπάρχει 

εποµένως  µια  πνευµατική  συγγένεια  και 
στενή  συνέχεια  «µεταξύ  του  λαού  της 
Επανάστασης  και  των  µελών  της  πολιτικής 
κοινότητας  που  συγκροτείται»

27

  σε 

κυρίαρχο.  Το νήµα  που  τα  συνδέει  είναι  η 
αγάπη  της  πατρίδας  µαζί  µε  τη  συνείδηση 
του εθνικού και πολιτικού συνανήκειν. 

Ο  πατριωτισµός  αναδεικνύεται  έτσι  σε 

θεµελιώδους σηµασίας συνεκτικό δεσµό του 
συνταγµατικού  κράτους,  αφού  σε  αυτόν 
βασίζεται  η εθνική κυριαρχία  και µε αυτόν 
συντηρείται το συνταγµατικό πολίτευµα και 
εµψυχώνεται  και  δικαιολογείται  η  πολιτική 
κυριαρχία  του  λαού.  Ως  πατριώτες  και 
συνειδητά  µέλη µιας  πολιτικής  κοινότητας, 
την  οποία  αγαπούν  και  θέλουν,  οι  πολίτες 
ανυψώνονται σε ισότιµοι φορείς της εθνικής 
και πολιτικής κυριαρχίας και αναγορεύονται 
οι ίδιοι σε αποκλειστικοί φύλακες αυτού που 
τους  συγκρότησε,  τους  οργάνωσε  και  τους 
κρατά ενωµένους: το Σύνταγµα.

Ο  πατριωτισµός  αποκτά  στο  Σύνταγµα 

τη σηµασία µιας πολιτικής  αρετής, γι’ αυτό 
και  πρέπει  να  αντιµετωπίζεται  κυρίως  ως 
αξία ηθικο-πολιτική χωρίς  ιδιαίτερη βέβαια 
νοµική  βαρύτητα,  αλλά  µε  αξιοπρόσεκτη 
συµβολική και παιδευτική αξία. Η επίκληση 
του  όρου  ενισχύει  τους  συναισθηµατικούς 
δεσµούς  µε  την  πολιτική  κοινότητα  και 
διαποτίζει τους  συνταγµατικούς θεσµούς µε 
π ν ε ύ µ α  ε θ ν ι κ ή ς  α λ λ η λ ε γ γ ύ η ς  κ α ι 
πατριωτικού  αλτρουισµού.  Αγκιστρώνει 
παράλληλα  τις  συνταγµατικές  αρχές,  και 
ιδίως  την αρχή  της  λαϊκής  κυριαρχίας,  στη 
δηµοκρατική  εγρήγορση  και  στην  πολιτική 
συνείδηση  των  πολιτών,  ανάγοντας  την 
υπεράσπιση  του  συντάγµατος  σε  πολιτικό 
δικαίωµα  και  πατριωτικό  καθήκον  κάθε 
πολίτη.

Ο συνταγµατικός πατριωτισµός διατρέχει 

ως  πολιτική  αρετή  και  συνταγµατική 
απαίτηση  ολόκληρη    την  ελληνική 
συνταγµατική ιστορία µας. 

Στο Σύνταγµα του 1844 η ρητή αναφορά 

στον  πατριωτισµό  είχε  και  µια  ειδική 
πολιτική σηµασία: παρέκαµπτε τον µονάρχη 
από  τη  συνταγµατική  διαδικασία.  Αν  και 
σύνταγµα-συµβόλαιο  µεταξύ  λαού  και 
µονάρχη,  το  τελευταίο  άρθρο  του 
Συντάγµατος  εκείνου  εµπιστευόταν  τη 
φύλαξή  του  αποκλειστικά  και  µόνον  στον 
λαό,  διατρανώνοντας  έτσι  τον  κατά  βάθος 
δηµοκρατικό του χαρακτήρα

28

Υπό την ισχύ του Συντάγµατος του 1952 

η  επίκληση  της  ίδιας  ρήτρας  χρησίµευσε 
εξάλλου  ως  κινητήρια  δύναµη  των  λαϊκών 
κινητοποιήσεων  και  των  δηµοκρατικών 
διεκδικήσεων  κυρίως  την  περίοδο  1961-
1967

29

.  Εµψύχωσε  τότε  ένα  µαζικό  κίνηµα 

µε  αντιµοναρχικά  και  δηµοκρατικά 
αιτήµατα  τόσο  δυνατό,  που  προκάλεσε  ως 
αντίδραση  τη  στρατιωτική  δικτατορία  του 
1 9 6 7 .  Ε ί ν α ι  χ α ρ α κ τ η ρ ι σ τ ι κ ό  κ α ι 
α π ο κα λυ π τ ι κό  τ η ς  τ α υ τ ό τ η τ α ς  τ ο υ 
συνταγµατικού  εκείνου  κινήµατος  το 
γεγονός ότι το σύνθηµα που κυριάρχησε και 
κινητοποίησε  τις  µάζες  ήταν  η  ρυθµική 
εκφορά  του  αριθµού  που  έφερε  η 
συνταγµατική  ρήτρα περί  της  αντίστασης  : 
ένα-ένα-τέσσερα,  1-1-4.  Η  µαζική  και 
αγωνιστική διεκδίκηση της τήρησης από την 
Κ υ β έ ρ ν η σ η  κ α ι  τ ο  Μ ο ν ά ρ χ η  τ ο υ 
Συντάγµατος  και  η  λαϊκή  απαίτηση  για 
σεβασµό  της  δηµοκρατικής  νοµιµότητας 
αποτέλεσαν  ατράνταχτη  απόδειξη  της 
ιστορικής  διαµόρφωσης  στην  Ελλάδα  ενός 
π α τ ρ ι ω τ ι κ ο ύ   σ υ ν τ α γ µ α τ ι σ µ ο ύ 
συνδυασµένου  µε  µιαν  αναπτυγµένη 
δηµοκρατική πολιτική συνείδηση.  Η µαζική 

  

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ 

 

τόµος 52

26. N. Rotis, ό.π., σ. 360.

27. N. R o t i s , ό.π., σ. 362.

28. N. R o t i s , ό.π., σ. 350-351, 354-358.

29. Βλ. σχετικά  Γ. Αν α σ τ α σ ι ά δ η ς , Ο Γεώργιος Παπανδρέου στην Ελληνική Συνταγµατική Ιστορία: 

0

Πολιτικός λόγος και Συνταγµατική ιδεολογία και  πράξη (πτυχές του ελληνικού συνταγµατικού: 1916-1968), 
στο Γ. Π α π α ν δ ρ έ ο υ , Η κρίση των θεσµών, οι  κοµµατικοί  σχηµατισµοί και  ο πολιτικός λόγος,  University 
Studio Press, 1990, σ. 71-101, ιδίως σ. 89 και 101.